Ελλάδα – Ισραήλ: Η αμυντική συνεργασία που ανησυχεί την Άγκυρα και οι στρατιωτικές συμφωνίες που προκαλούν νευρική κρίση στο καθεστώς Ερντογάν
Η πολιτική αντιπαράθεση Ερντογάν-Νετανιάχου οξύνει τις ισορροπίες στη Μεσόγειο, με κοινές ασκήσεις, drones και αεράμυνα να εντείνουν την ανησυχία της Άγκυρας.

Το άρθρο περιγράφει τη βαθιά όξυνση της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε Ισραήλ και Τουρκία, με την Ελλάδα και την Κύπρο να ενισχύουν τη στρατηγική τους συνεργασία με το Ισραήλ μέσω κοινών ασκήσεων και ισραηλινών αμυντικών συστημάτων που αλλάζουν τις ισορροπίες στην ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, αναλύει πώς η Άγκυρα επιχειρεί να αξιοποιήσει τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ και τη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα για να αναβαθμίσει τον ρόλο της ως αναγκαίου γεωπολιτικού παίκτη, την ώρα που η Ε.Ε. τη βλέπει πλέον περισσότερο ως στρατηγικό εταίρο παρά ως υποψήφια προς ένταξη χώρα.
Πιο αναλυτικά
Στα άκρα η πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε Ερντογάν και Νετανιάχου για την ηγεμονία στη Μέση Ανατολή. Ποια στάση τηρεί η Αθήνα. Οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, τα drones και ο θόλος αεράμυνας που αναπτύσσεται στη Μεσόγειο. Οι επιδιώξεις της Τουρκίας ενόψει της Συνόδου του ΝΑΤΟ και οι νέες ισορροπίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Των ΧΡ. ΜΑΖΑΝΙΤΗ, Π. ΓΑΛΙΑΤΣΑΤΟΥ, ΕΥ. ΑΡΕΤΑΙΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιβεβαιώνουν το αγεφύρωτο πλέον ρήγμα στις σχέσεις Ισραήλ και Τουρκίας. Η ευθεία στοχοποίηση της Άγκυρας από την ηγεσία του Ισραήλ ως στρατηγικού εχθρού αποτελεί καταλύτη για ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Μέσα σε αυτό το τεταμένο κλίμα, αναδύεται πιο ισχυρή από ποτέ η στρατηγική σύμπραξη Αθήνας, Λευκωσίας και Ιερουσαλήμ. Η «Γαλάζια Συμμαχία» της ανατολικής Μεσογείου προκαλεί έντονο εκνευρισμό στην τουρκική πλευρά. Υπενθυμίζεται πως στο πρόσφατο παρελθόν, η Ελλάδα και το Ισραήλ έχουν διεξαγάγει κοινές αεροπορικές και ναυτικές ασκήσεις, όπως ο «Ηνίοχος» και η «NOBLE DINA», οι οποίες το τελευταίο διάστημα έχουν σταματήσει, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στην οποία βρίσκονται οι Ισραηλινοί. Ωστόσο, μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες, θεωρείται βέβαιο ότι αυτές οι κοινές ασκήσεις θα επαναληφθούν, επιτρέποντας τη συνεκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεων σε σενάρια υψηλής έντασης και ενισχύοντας την επιχειρησιακή τους ετοιμότητα. Παράλληλα, ο εξοπλισμός Ελλάδας και Κύπρου με υπερσύγχρονα ισραηλινά συστήματα δημιουργεί νέα δεδομένα αποτροπής που εγκλωβίζουν τον τουρκικό αναθεωρητισμό.
Η αντιπαράθεση μεταξύ του Ισραηλινού πρωθυπουργού και του Τούρκου Προέδρου έχει λάβει διαστάσεις ανοιχτής διπλωματικής σύγκρουσης. Τις τελευταίες ημέρες, ο Ερντογάν εξαπέλυσε νέες απειλές κατά του Ισραήλ, χαρακτηρίζοντας την ισραηλινή ηγεσία διεφθαρμένη και προαναγγέλλοντας δραματικές συνέπειες. Η απάντηση του Νετανιάχου ήταν άμεση. Ξεκαθάρισε πως το Ισραήλ λαμβάνει απόλυτα σοβαρά την τουρκική ρητορική, υπογραμμίζοντας ότι η Τουρκία αποτελεί πλέον ξεκάθαρη απειλή και εχθρό για την ασφάλεια του εβραϊκού κράτους.
Οι ΗΠΑ
Καθοριστικό στοιχείο των δηλώσεων Νετανιάχου, ωστόσο, αποτελεί η αμερικανική εμπλοκή. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός διεμήνυσε ότι θα μεταφέρει επισήμως τον έντονο προβληματισμό του στην Ουάσιγκτον, με σαφή στόχο να πιέσει ώστε η Τουρκία να μην αφεθεί να εξοπλιστεί περαιτέρω από τις ΗΠΑ. Σε μια περίοδο που η Άγκυρα προσπαθεί να εξασφαλίσει μαχητικά 5ης γενιάς F-35 και κινητήρες F-110 για τα εγχώριας παραγωγής μαχητικά ΚΑΑΝ, η ισραηλινή παρέμβαση αποτελεί τεράστιο εμπόδιο. Το μήνυμα είναι σαφές ότι το Ισραήλ δεν προτίθεται να παρακολουθεί την ενίσχυση μιας χώρας που στηρίζει εξτρεμιστικά στοιχεία στην περιοχή και δυναμιτίζει την περιφερειακή σταθερότητα.
Σύμφωνα με πληροφορίες της Realnews, η αμερικανική πλευρά, προκειμένου να κάμψει τις αντιστάσεις τους, φέρεται να εισηγείται στους Ισραηλινούς ότι οι κινητήρες F-110 GE δεν προορίζονται για τα F-16, αλλά είναι αυτοί που χρησιμοποιούν τα F-15. Επιπλέον, προτάσσουν το γεγονός ότι δεν μπορεί η Τουρκία να εξαγάγει κανένα αεροπλάνο με αμερικανική τεχνολογία χωρίς την άδεια των ΗΠΑ.
Η βαθιά ρήξη Ισραήλ και Τουρκίας έχει επιταχύνει τη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ Ιεροσολύμων, Αθήνας και Λευκωσίας. Η «Γαλάζια Συμμαχία» της Μεσογείου υπερβαίνει πλέον την απλή διπλωματική συνεννόηση ή τις ενεργειακές συμπράξεις. Έχει μετεξελιχθεί σε έναν στιβαρό άξονα ασφαλείας και αμυντικής αλληλεγγύης που περικυκλώνει γεωπολιτικά την Τουρκία. Η Άγκυρα βλέπει με έκδηλη ανησυχία τη δημιουργία ενός συμπαγούς μετώπου στα νότια και δυτικά σύνορά της, το οποίο ακυρώνει στην πράξη τα σχέδια της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η συμμαχία αυτή λειτουργεί ως ασπίδα μεταφέροντας το κέντρο βάρους της ισχύος από την επιρροή της Τουρκίας.
Αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής συνεργασίας είναι η ενσωμάτωση κορυφαίας ισραηλινής αμυντικής τεχνολογίας στις Ένοπλες Δυνάμεις της Ελλάδας και της Κύπρου, ανατρέποντας άρδην το ισοζύγιο δυνάμεων υπέρ του Ελληνισμού.
Επιχειρησιακά δεδομένα
Στην Ελλάδα, η μεταφορά τεχνογνωσίας και η αγορά οπλικών συστημάτων αλλάζουν ριζικά τα επιχειρησιακά δεδομένα σε Εβρο και Αιγαίο. Η χώρα έχει εξοπλιστεί με τους υπερσύγχρονους κατευθυνόμενους πυραύλους Spike NLOS, οι οποίοι προσφέρουν πρωτοφανή ακρίβεια χτυπημάτων σε μεγάλες αποστάσεις, μετατρέποντας κάθε εχθρική κίνηση σε θάλασσα και ξηρά σε άμεσο στόχο με ελάχιστο χρόνο αντίδρασης. Επιπλέον, το ελληνικό οπλοστάσιο ενισχύεται με τα πυραυλικά συστήματα πολλαπλών εκτοξευτών PULS, αυξάνοντας κατακόρυφα την ισχύ πυρός. Ταυτόχρονα εκσυγχρονίζονται με ισραηλινή τεχνολογία τα επιθετικά ελικόπτερα Apache ΑΗ-64Α, που η Τουρκία δεν διαθέτει, και έχουν το προσωνύμιο «φονιάδες των αρμάτων μάχης».
Σημαντική, εξάλλου, είναι η απόφαση της Αθήνας να δημιουργήσει έναν ολοκληρωμένο αντιαεροπορικό και anti-drone θόλο στο Αιγαίο, βασισμένο στην ισραηλινή φιλοσοφία και τεχνογνωσία. Αυτό το πολυεπίπεδο δίκτυο προστασίας έρχεται να ακυρώσει το μοναδικό πλεονέκτημα που προσπάθησε να χτίσει η Τουρκία τα προηγούμενα χρόνια με τον στόλο των μη επανδρωμένων αεροσκαφών της. Σε αυτά προστίθενται τα drones HERON, με τα οποία επιχειρεί η Π.Α., οι συλλογές SPICE που μετατρέπουν σε έξυπνες τις βόμβες που έχει σε τεράστιο απόθεμα η Αεροπορία, ενώ έπονται οι πύραυλοι RAMPAGE.
Ταυτόχρονα, η άμυνα της Κύπρου θωρακίζεται αποφασιστικά. Η Εθνική Φρουρά έχει προχωρήσει στην απόκτηση του προηγμένου συστήματος αεράμυνας Barak MX, το οποίο προσφέρει εκτεταμένη κάλυψη από εναέριες απειλές και πυραύλους, διαθέτοντας ραντάρ που μπορούν να εντοπίσουν κινήσεις εκατοντάδες χιλιόμετρα βαθιά μέσα στην τουρκική επικράτεια. Παράλληλα, η ενεργοποίηση αμυντικών πυραυλικών συστημάτων στα πρότυπα του περίφημου Iron Dome δημιουργεί έναν αδιαπέραστο ατσάλινο θόλο πάνω από το νησί. Το Ισραήλ ευνοεί άμεσα αυτή την εξέλιξη, καθώς η Κύπρος λειτουργεί ως το προκεχωρημένο ραντάρ παρακολούθησης της τουρκικής δραστηριότητας προς τη Συρία και τη Μέση Ανατολή.
Η Αθήνα και η Λευκωσία, με την αποφασιστική στρατηγική αρωγή του Ισραήλ, μετατρέπουν την ανατολική Μεσόγειο σε μια περιοχή στην οποία η τουρκική επιθετικότητα περιορίζεται ασφυκτικά, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή στρατιωτικής και διπλωματικής σταθερότητας.
Στα άκρα η αντιπαράθεση Ερντογάν – Νετανιάχου
Τουρκία και Ισραήλ ανταγωνίζονται για την ηγεμονία στη Μέση Ανατολή, με τις δύο πλευρές να ανταλλάσσουν σε πολύ τακτικά διαστήματα ανοιχτές απειλές. Ποια στάση τηρεί η Αθήνα
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία δεν είναι κάτι νέο, πάει πίσω στην υπόθεση του πλοίου «Μααβί Μαρμαρά» το 2010. Με την πάροδο του χρόνου, έχει αποκτήσει και προσωπικά χαρακτηριστικά. Αν κάτι χαρακτηρίζει τις σχέσεις του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου είναι η αμοιβαία αντιπάθεια.
Διαστάσεις με γεωπολιτική σημασία προσέλαβε ωστόσο αυτή η αντιπαράθεση μόνο τα τελευταία δύο χρόνια, μετά τις ανακατατάξεις που προκάλεσαν στη Μέση Ανατολή η αιματηρή επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου του 2023 και η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία τον Δεκέμβριο του 2024. Για πρώτη φορά οι δύο δυνάμεις βρέθηκαν να ανταγωνίζονται για την ηγεμονία στο ίδιο πεδίο, στο συριακό έδαφος, την ώρα που σχεδόν ταυτόχρονα οι μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες του Ισραήλ στην αντιπαράθεση με το Ιράν και τους δορυφόρους του έγιναν δεκτές με μεγάλη ανησυχία από την Άγκυρα, που άρχισε να υποπτεύεται ότι μπορεί να αποτελεί τον επόμενο στόχο. Κάπου εκεί η αντιπαράθεση ξέφυγε από κάθε έλεγχο, με το Ισραήλ και την Τουρκία να ανταλλάσσουν σε πολύ τακτικά διαστήματα ανοιχτές απειλές.
Οι Τούρκοι αξιωματούχοι απειλούν πολύ συχνά με παρέμβαση στον πόλεμο του Λιβάνου και μιλούν για «απελευθέρωση» της Ιερουσαλήμ και την καταστροφή του Ισραήλ, ενώ ταυτόχρονα διαμαρτύρονται για την περικύκλωση την οποία επιχειρούν το Ισραήλ και οι σύμμαχοί του (εδώ αναφέρονται ρητά ως τέτοιοι η Ελλάδα και η Κύπρος) στην Τουρκία. Από την πλευρά του, το Ισραήλ καταφέρνει χτυπήματα στην Τουρκία με την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων αλλά και με την κινητοποίηση του εβραϊκού λόμπι στις ΗΠΑ για να εμποδίσει ενδεχόμενη αμερικανοτουρκική εξοπλιστική συμφωνία. Μάλιστα, σε πρόσφατες δηλώσεις του, ο Νετανιάχου τόνισε ότι παίρνει πολύ σοβαρά τις τουρκικές απειλές και ότι προτίθεται να θέσει το ζήτημα επιτακτικά στις ΗΠΑ.
Η Ελλάδα
Λόγω της στενής αμυντικής της συνεργασίας με το Ισραήλ, η Ελλάδα έχει βρεθεί το τελευταίο διάστημα στο επίκεντρο των τουρκικών φραστικών επιθέσεων, καθώς οι γείτονες θεωρούν τη χώρα μας ως τον σημαντικότερο εταίρο του Ισραήλ στην περιοχή. Αυτήν την εντύπωση την τροφοδοτεί και η Ιερουσαλήμ με δηλώσεις του Νετανιάχου περί συμμαχίας με την Ελλάδα και την Κύπρο ή για το «εξάγωνο» των συμμαχιών που περιλαμβάνει και την Ινδία. Σε αυτή τη θεώρηση, που αποτελεί πλέον κυρίαρχο αφήγημα στην Τουρκία, οφείλεται εν μέρει και η ψυχρότητα που παρατηρείται το τελευταίο διάστημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είναι ενδεικτικό ότι την Τρίτη, στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ που θα γίνει στην Αγκυρα, δεν έχει προγραμματιστεί καμία συνάντηση ανάμεσα στους ηγέτες Ελλάδας και Τουρκίας ή τους υπουργούς Εξωτερικών, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε σε όλες τις προηγούμενες Συνόδους από το 2022. Διπλωματικές πηγές άλλωστε αναφέρουν ότι και η πρόσφατη συνάντηση μεταξύ Γιώργου Γεραπετρίτη και Χακάν Φιντάν στη Σόφια ήταν σε πιο ψυχρό κλίμα από κάθε άλλη φορά. Πέραν των τουρκικών αιτιάσεων πάντως το θέμα των σχέσεων της Ελλάδας με το Ισραήλ έχει αρχίσει να συζητιέται στην ευρύτερη περιοχή και στον αραβικό κόσμο, όπως έδειξε ένα πρόσφατο άρθρο στην έγκυρη ιστοσελίδα Middle East Eye. Αυτό είναι μια εξέλιξη που ασφαλώς δεν ικανοποιεί την Αθήνα, η οποία δεν επιθυμεί η εξωτερική της πολιτική να φαίνεται ότι προσδιορίζεται από τις αντιπαλότητες τρίτων.
Όπως δήλωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε πρόσφατη συνέντευξή του (liberal.gr), «η Ελλάδα σήμερα έχει εξαιρετικές σχέσεις με τις χώρες του Κόλπου, εξαιρετικές σχέσεις με το Ισραήλ, εξαιρετικές σχέσεις με την Παλαιστινιακή Αρχή, εξαιρετικές σχέσεις με την Αίγυπτο», ενώ επεσήμανε ότι ποτέ στο παρελθόν η Ελλάδα δεν ήταν σε θέση να μπορεί να ασκεί τη γεωπολιτική της επιρροή με τέτοιο τρόπο. Σε ό,τι αφορά ειδικά τη σχέση της χώρας μας με το Ισραήλ, εξήγησε ότι τα τελευταία 15 χρόνια «υπάρχει μια κατανόηση ότι αυτή είναι μια σχέση με μεγάλο στρατηγικό βάθος. Δεν είναι σχέση ετεροπροσδιορισμού, είναι αυτοτελής». Το «κλειδί» εδώ είναι η φράση ότι «η σχέση με το Ισραήλ δεν είναι σχέση ετεροπροσδιορισμού», κάτι που με μεγαλύτερη σαφήνεια έχει διατυπώσει πριν από μήνες ο σύμβουλος του πρωθυπουργού, Σωτήρης Σέρμπος.
Η Αίγυπτος
Αν και η άποψη ότι η Ελλάδα θα πρέπει να ενισχύσει τις διμερείς, τριμερείς και πολυμερείς συνεργασίες της επειδή δεν μπορεί να βασιστεί στην Ε.Ε. (που φλερτάρει απροκάλυπτα με την Τουρκία) και ούτε πλήρως στις ΗΠΑ, οι οποίες σε αυτό το θέμα εμφανίζονται να νίπτουν τας χείρας τους, όπως κάνουν και σε ό,τι αφορά την αντιπαλότητα Ισραήλ – Τουρκίας, η Αθήνα αντιλαμβάνεται ότι η συνεργασία της με το Ισραήλ, παρά το στρατηγικό της βάθος, δεν έχει τα χαρακτηριστικά συμμαχίας (όπως π.χ. εκείνη με τη Γαλλία ή η σχέση Σαουδικής Αραβίας – Πακιστάν) αλλά και ότι το Ισραήλ, στην τρέχουσα συγκυρία, δεν διέρχεται την καλύτερή του περίοδο.
Αυτό που επιθυμεί η Αθήνα είναι να διατηρήσει την ικανότητά της να συνομιλεί με όλους και να διατηρεί καλές σχέσεις με όλες τις χώρες της περιοχής. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται σε σύντομο χρονικό διάστημα να εκδηλωθεί και μια κίνηση στην κατεύθυνση της Αιγύπτου, η οποία τελευταία έχει αναθερμάνει τις σχέσεις της με την Τουρκία. Πέραν τούτου, η Ελλάδα δεν θεωρεί ότι το Ισραήλ τα κάνει όλα σωστά στην περιοχή, κάτι που δείχνει η στάση της ελληνικής κυβέρνησης στον πόλεμο του Λιβάνου. Διπλωματικές πηγές επισημαίνουν, πάντως, ότι στην αντιπαράθεση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας θα υπάρξουν ακόμα αρκετά επεισόδια, καθώς τίποτε δεν έχει κριθεί.
Τουρκικά παζάρια με το ΝΑΤΟ
Οι επιδιώξεις του Ερντογάν κατά τη Σύνοδο Κορυφής που θα διεξαχθεί στις 7 και 8 Ιουλίου στην Αγκυρα
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, που θα πραγματοποιηθεί στις 7 και 8 Ιουλίου στην Αγκυρα, αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη διεθνή διοργάνωση που φιλοξενεί η Τουρκία από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, όμως, η αξία της δεν εξαντλείται στο γεγονός ότι θα υποδεχθεί τους ηγέτες των 32 κρατών-μελών της Συμμαχίας ούτε στην εικόνα μιας χώρας που βρίσκεται, έστω και προσωρινά, στο επίκεντρο της διεθνούς διπλωματίας. Η τουρκική ηγεσία αντιμετωπίζει τη Σύνοδο ως ένα κρίσιμο σημείο καμπής στη μακρόχρονη προσπάθειά της να μετατρέψει την Τουρκία σε αναντικατάστατο στρατηγικό παράγοντα της νέας δομής ασφαλείας που διαμορφώνεται στη Δύση.
Η λογική που κυριαρχεί σήμερα στην Άγκυρα είναι ότι το ΝΑΤΟ εισέρχεται σε μια νέα ιστορική φάση, καθώς η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ανέτρεψε τις περισσότερες από τις βεβαιότητες που χαρακτήριζαν την ευρωπαϊκή ασφάλεια μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η επιστροφή της διακρατικής στρατιωτικής αντιπαράθεσης, η εκτόξευση των αμυντικών δαπανών, η αβεβαιότητα που προκαλεί ο Ντόναλντ Τραμπ, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και η διαρκώς αυξανόμενη σημασία της Μαύρης Θάλασσας αναγκάζουν τη Συμμαχία να αναθεωρήσει όχι μόνο τα επιχειρησιακά της σχέδια αλλά και την ίδια τη γεωγραφία της αποτροπής.
Στρατηγική
Ακριβώς πάνω σε αυτή τη μετάβαση επιχειρεί να οικοδομήσει τη στρατηγική της η Αγκυρα. Η τουρκική ανάγνωση είναι ότι όσο περισσότερο το ΝΑΤΟ μετατοπίζει την προσοχή του προς τη νότια και την ανατολική του πτέρυγα τόσο περισσότερο αυξάνεται η αξία της Τουρκίας. Η γεωγραφική της θέση, ο έλεγχος των Στενών, η παρουσία της στη Μαύρη Θάλασσα, η γειτνίαση με τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο, αλλά και η δυνατότητα ταυτόχρονης στρατιωτικής παρουσίας σε πολλά διαφορετικά μέτωπα, συνθέτουν, κατά την τουρκική αντίληψη, ένα στρατηγικό κεφάλαιο που καμία άλλη χώρα της Συμμαχίας δεν διαθέτει.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ερντογάν, μιλώντας πριν από λίγες ημέρες στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του ΝΑΤΟ στην Κωνσταντινούπολη, επέλεξε να υπενθυμίσει στους συμμάχους ότι η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της Συμμαχίας, συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων συνεισφερόντων κρατών στις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ και έχει αποκτήσει επιχειρησιακή εμπειρία δεκαετιών σε αντιτρομοκρατικές και διασυνοριακές επιχειρήσεις. Το μήνυμα δεν απευθυνόταν μόνο στους συμμάχους αλλά και στις ίδιες τις δομές της Συμμαχίας: η Τουρκία θεωρεί ότι έχει πληρώσει το τίμημα της συμμετοχής της και πλέον διεκδικεί αντίστοιχο πολιτικό και επιχειρησιακό βάρος.
Η τουρκική στρατηγική, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη ρητορική. Τα τελευταία δύο χρόνια η Άγκυρα εργάζεται συστηματικά ώστε η νέα δομή δυνάμεων του ΝΑΤΟ να αποκτήσει ισχυρότερο τουρκικό αποτύπωμα. Η δημιουργία ενός πολυεθνικού στρατηγείου σώματος στρατού στα Άδανα, που θα συνδέεται με τις επιχειρήσεις της νότιας πτέρυγας, και ο σχεδιασμός μιας νέας ναυτικής διοικητικής δομής στην είσοδο του Βοσπόρου, αντανακλούν αυτήν ακριβώς τη φιλοδοξία.
Παράλληλα, το καθεστώς Ερντογάν επιδιώκει να μετατρέψει τη Σύνοδο σε μια μεγάλη έκθεση ισχύος της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Η ανάδειξη του νέου και εντυπωσιακού μεγέθους και σχεδιασμού κτιρίου «Ayyildiz», που φιλοδοξεί να αποτελέσει το κέντρο διοίκησης των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, οι επισκέψεις αντιπροσωπειών σε εγκαταστάσεις της Baykar και άλλων εταιρειών, αλλά και η συνεχής αναφορά του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε στις δυνατότητες της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, δεν αποτελούν τυχαία γεγονότα. Η Αγκυρα επιδιώκει να πείσει ότι δεν είναι πλέον μόνο ένας μεγάλος στρατός αλλά και ένας σημαντικός πυλώνας στρατιωτικής τεχνολογίας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές χώρες αναζητούν επειγόντως νέους προμηθευτές και νέες γραμμές παραγωγής.
Η φιλοδοξία αυτή συνδέεται και με μια βαθύτερη πολιτική επιδίωξη, καθώς η τουρκική ηγεσία θεωρεί ότι η αυξανόμενη εξάρτηση του ΝΑΤΟ από τις στρατιωτικές δυνατότητες της χώρας μπορεί να λειτουργήσει ως ασπίδα απέναντι στις πολιτικές εντάσεις που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τις σχέσεις της με αρκετούς συμμάχους. Σύμφωνα με την τουρκική ανάλυση, όσο πιο αναγκαία καθίσταται η Τουρκία για τη λειτουργία της Συμμαχίας τόσο δυσκολότερο θα είναι για τις δυτικές κυβερνήσεις -και κυρίως για την Ε.Ε.- να την απομονώσουν ή να αγνοήσουν τις θέσεις της σε άλλα μέτωπα, από τη Συρία μέχρι την ανατολική Μεσόγειο.
Στο εσωτερικό
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αντιφάσεις και οι εντάσεις έχουν εξαφανιστεί. Αντίθετα, η Αγκυρα εξακολουθεί να καλλιεργεί στο εσωτερικό μια έντονα αντιδυτική ρητορική, παρουσιάζοντας συχνά τις ΗΠΑ αλλά και την Ελλάδα, την Κύπρο και τη Γαλλία ως δυνάμεις που επιδιώκουν να περιορίσουν την τουρκική επιρροή. Η συνύπαρξη αυτής της αφήγησης με τη συστηματική προσπάθεια ενίσχυσης του ρόλου της χώρας μέσα στο ΝΑΤΟ αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικότερες αντιφάσεις της εξωτερικής πολιτικής του Ερντογάν. Το καθεστώς δεν επιδιώκει να απομακρυνθεί από τη Συμμαχία αλλά, αντίθετα, επιδιώκει να αυξήσει την επιρροή του στο εσωτερικό της, διατηρώντας ταυτόχρονα, περισσότερο για εσωτερική κατανάλωση, την εικόνα μιας δύναμης που ενεργεί αυτόνομα και δεν υπαγορεύεται από τη Δύση.
Η Σύνοδος Κορυφής στην Άγκυρα αποκτά άλλωστε μια σαφή εσωτερική διάσταση. Σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομική δυσπραγία συνεχίζει να διαβρώνει τη δημοτικότητα της κυβέρνησης, ενώ η αντιπολίτευση βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτοφανή δικαστική πίεση, η φιλοξενία μίας εκ των σημαντικότερων νατοϊκών συναντήσεων των τελευταίων ετών προσφέρει στον Ερντογάν την ευκαιρία να ενισχύσει την εικόνα του ηγέτη που συνομιλεί ισότιμα με τις σημαντικότερες δυτικές πρωτεύουσες. Για ένα καθεστώς που έχει επενδύσει πολιτικά στην έννοια της «ισχυρής και ανεξάρτητης Τουρκίας», η διεθνής αναγνώριση αποτελεί ταυτόχρονα και εργαλείο εσωτερικής νομιμοποίησης.
Η τουρκική ηγεσία επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει τη σημερινή γεωπολιτική αναταραχή, ώστε η αυξημένη στρατηγική σημασία της χώρας να αποκτήσει μόνιμα θεσμικά χαρακτηριστικά μέσα στο ΝΑΤΟ. Ο στόχος του καθεστώτος Ερντογάν δεν είναι μόνο να αναγνωριστεί ότι η Τουρκία είναι χρήσιμη, αλλά να καταστεί τόσο απαραίτητη, ώστε η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Συμμαχίας να μην μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά χωρίς την ενεργό συμμετοχή της.
Οι νέες ισορροπίες με την Ευρωπαϊκή Ενωση
Οι Βρυξέλλες δεν αντιμετωπίζουν πλέον την Τουρκία ως χώρα προς ένταξη, αλλά ως στρατηγική αναγκαιότητα
Η εικόνα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να υποδέχεται την περασμένη εβδομάδα στην Αγκυρα ταυτόχρονα την ύπατη εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την Εξωτερική Πολιτική και την Ασφάλεια, Κάγια Κάλας, την επίτροπο Διεύρυνσης, Μάρτα Κος, και τον επίτροπο Εσωτερικών Υποθέσεων και Μετανάστευσης, Μάγκνους Μπρούνερ, συμπυκνώνει μια βαθύτερη μεταβολή που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, οι Βρυξέλλες δεν προσέρχονται στην Τουρκία έχοντας ως βασικό σημείο αναφοράς την ενταξιακή διαδικασία, αλλά λόγω της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας που τις υποχρεώνει να συνομιλήσουν με μια χώρα την οποία εξακολουθούν να θεωρούν προβληματική πολιτικά, αλλά πλέον απολύτως αναγκαία στρατηγικά.
Μέχρι πρότινος, η σχέση Ε.Ε. – Τουρκίας έμοιαζε εγκλωβισμένη σε μια ατέρμονη διαδικασία αμοιβαίων απογοητεύσεων. Οι διαπραγματεύσεις ένταξης έχουν ουσιαστικά αδρανοποιηθεί, η αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης παραμένει παγωμένη, η φιλελευθεροποίηση των θεωρήσεων εισόδου δεν προχωρά, ενώ κάθε επίσημη ευρωπαϊκή έκθεση για την Τουρκία περιστρέφεται πλέον γύρω από το κράτος δικαίου, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τις διώξεις κατά της αντιπολίτευσης και τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση της Τουρκίας. Η Αγκυρα, από την πλευρά της, αντιμετωπίζει την Ε.Ε. ως έναν οικονομικό εταίρο παρά ως έναν πραγματικό πολιτικό προορισμό.
Περιβάλλον
Σήμερα, όμως, το ευρωπαϊκό στρατηγικό περιβάλλον έχει μεταβληθεί δραματικά. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η επιτάχυνση της ευρωπαϊκής προσπάθειας για φιλόδοξα εξοπλιστικά προγράμματα, η οικοδόμηση μιας πιο αυτόνομης ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής, η αβεβαιότητα που προκαλεί ο Ντόναλντ Τραμπ αλλά και η διαρκής αστάθεια από τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μέση Ανατολή, υποχρεώνουν τις Βρυξέλλες να επανεξετάσουν συνολικά τη θέση της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας. Αυτό ακριβώς αποτυπώθηκε με την επίσκεψη των τριών Ευρωπαίων επιτρόπων στην Αγκυρα, καθώς οι συναντήσεις δεν είχαν ως αντικείμενο την αναζωογόνηση της ενταξιακής διαδικασίας, αλλά αποτέλεσαν το πρώτο ουσιαστικό τεστ μιας νέας σχέσης, η οποία θα στηρίζεται πλέον στην κοινή διαχείριση της ασφάλειας, της άμυνας, της μετανάστευσης, της ενεργειακής ασφάλειας και των περιφερειακών κρίσεων.
Η ίδια η Κ. Κάλας περιέγραψε εύγλωττα αυτή τη νέα πραγματικότητα, χαρακτηρίζοντας την Τουρκία ταυτόχρονα βασικό εταίρο στην ασφάλεια, στη μετανάστευση και στην ενέργεια, αλλά και «υποψήφια προς ένταξη χώρα». Η διατύπωση δεν ήταν τυχαία καθώς αποτύπωνε τη διπλή ευρωπαϊκή προσέγγιση: αναγνώριση της στρατηγικής αξίας της Τουρκίας, χωρίς εγκατάλειψη, τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής, της ευρωπαϊκής ατζέντας περί κράτους δικαίου και δημοκρατικών ελευθεριών.
Πραγματισμός
Η Μ. Κος κινήθηκε ακόμη περισσότερο προς την κατεύθυνση του πραγματισμού και, παρόλο που είναι η αρμόδια επίτροπος για τη Διεύρυνση, στις δημόσιες παρεμβάσεις της επέλεξε να δώσει έμφαση στις εμπορικές σχέσεις, στις επενδύσεις, στη συνδεσιμότητα Ευρώπης – Ασίας, στις μεταφορές, στις ψηφιακές υποδομές και στην οικονομική συνεργασία. Η ενταξιακή διαδικασία αναφέρθηκε περισσότερο ως θεσμικό πλαίσιο παρά ως πραγματική πολιτική προτεραιότητα.
Ανάλογη ήταν και η παρέμβαση του Μ. Μπρούνερ, ο οποίος επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη συνεργασία για τη μετανάστευση, στη διαχείριση των συνόρων και στην αντιμετώπιση των δικτύων διακίνησης μεταναστών. Στα μάτια των Βρυξελλών, η εφαρμογή του νέου Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση καθιστά την Τουρκία ακόμη σημαντικότερο εταίρο για τις Βρυξέλλες, καθώς εκτιμάται ότι καμία ευρωπαϊκή στρατηγική αποτροπής των μεταναστευτικών ροών δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τη συμμετοχή και της Αγκυρας.
Μεταβολή
Για τον Ερντογάν, η μεταβολή αυτή αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη διπλωματική ευκαιρία των τελευταίων ετών, όπως εκτιμούν τόσο Ευρωπαίοι όσο και Τούρκοι αναλυτές. Ο Τούρκος Πρόεδρος επιχειρεί να αξιοποιήσει την ευρωπαϊκή ανάγκη για ασφάλεια προκειμένου να αναδιαμορφώσει συνολικά τη σχέση της χώρας του με την Ευρώπη. Οπως επισημαίνει ο έμπειρος αναλυτής Μουράτ Γετκίν, η Τουρκία δεν επενδύει πλέον στην επανεκκίνηση της ενταξιακής διαδικασίας αλλά επιδιώκει κάτι διαφορετικό: μια νέα θέση της Τουρκίας μέσα στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας μέσω του ΝΑΤΟ και των υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκών αμυντικών δομών. Η Αγκυρα επιμένει ότι μια Ευρώπη που επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία δεν μπορεί να οικοδομήσει τη νέα της αμυντική αρχιτεκτονική αγνοώντας μια χώρα με τέτοιο στρατιωτικό αποτύπωμα.
Γι’ αυτό και η Τουρκία επιδιώκει να συμμετάσχει στις νέες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες άμυνας, από το πρόγραμμα SAFE μέχρι τους μηχανισμούς κοινών εξοπλισμών και τη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, προβάλλει τη δική της αμυντική βιομηχανία ως αναπόσπαστο τμήμα της ευρωπαϊκής αμυντικής παραγωγής, αξιοποιώντας και τη δημόσια στήριξη του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ M. Ρούτε, ο οποίος εξήρε τις δυνατότητες της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας και υποστήριξε ότι η νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο συμπεριληπτική και προς τα μη κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης που ανήκουν στο ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, η ευρωπαϊκή στροφή προς τον πραγματισμό δεν σημαίνει ότι έχουν εξαφανιστεί οι πολιτικές αντιφάσεις. Αντιθέτως, αυτές παραμένουν έντονες και διαπερνούν ολόκληρη τη νέα σχέση αλλά, όπως όλα δείχνουν, ο σεβασμός του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών θεσμών και όλες οι «ανησυχίες» που κατά καιρούς εκφράζουν οι Βρυξέλλες για την καταστολή της τουρκικής αντιπολίτευσης, έχουν πλέον προσχηματικό χαρακτήρα.
Η Ε.Ε. αναγνωρίζει ότι χρειάζεται την Τουρκία για λόγους ασφάλειας, αλλά δεν επιθυμεί να νομιμοποιήσει το αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης του Ερντογάν, χωρίς όμως να κάνει οτιδήποτε για να εμποδίσει την ενίσχυσή του. Η Τουρκία, αντίστοιχα, επιδιώκει να αποκομίσει τα οφέλη της ευρωπαϊκής αμυντικής ολοκλήρωσης, χωρίς να επιστρέψει στις πολιτικές μεταρρυθμίσεις που απαιτεί η πλήρης ένταξη.
Ετσι, η επίσκεψη των τριών Ευρωπαίων επιτρόπων σηματοδοτεί κάτι καινούργιο και ίσως βαθύτερο: την αρχή μιας επισημοποίησης, έστω και de facto, της μετάβασης από τη σχέση της ένταξης στη σχέση της γεωπολιτικής. Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει την Τουρκία ως μελλοντικό κράτος-μέλος, αλλά ως κρίσιμο στρατηγικό εταίρο που πρέπει να παραμείνει συνδεδεμένος με τη Δύση σε μια εποχή αυξανόμενης διεθνούς αστάθειας.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.