Η μούμια 3.500 ετών «γυναίκα που ουρλιάζει» συνεχίζει να προκαλεί ανατριχίλα
Η αρχαία Αιγύπτια, που πέθανε πριν από 3.500 χρόνια, παραμένει μυστήριο της αιγυπτιολογίας με το ανοιχτό στόμα της να θυμίζει κραυγή.

Μια 3.500 ετών μούμια από την αρχαία Αίγυπτο, γνωστή ως η «Γυναίκα που Ουρλιάζει», συνεχίζει να προβληματίζει τους επιστήμονες, καθώς βρέθηκε με το στόμα ανοιχτό και χωρίς να έχει εξακριβωθεί ούτε η ταυτότητά της ούτε η αιτία θανάτου της. Νέες απεικονιστικές εξετάσεις έδειξαν ότι επρόκειτο για γυναίκα περίπου 48 ετών με ενδείξεις υψηλής κοινωνικής θέσης, όμως το μυστήριο γύρω από την παράξενη έκφρασή της παραμένει άλυτο, με τους ειδικούς να διαφωνούν αν οφείλεται σε πτωματικό σπασμό ή σε φυσικές μεταβολές κατά τη μουμιοποίηση.
Πιο αναλυτικά
Μια αρχαία Αιγύπτια, που πέθανε πριν από περίπου 3.500 χρόνια, εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο παράξενα μυστήρια της αιγυπτιολογίας.
Το στόμα της παραμένει ανοιχτό, σαν να έχει παγώσει σε μια κραυγή, ενώ η αιτία αυτής της ανατριχιαστικής έκφρασης παραμένει άγνωστη.
Η γυναίκα έγινε γνωστή ως η «Γυναίκα που Ουρλιάζει» και τα λείψανά της ανακαλύφθηκαν το 1935 κοντά στο Λούξορ, στις αρχαίες Θήβες. Η μούμια βρέθηκε σε ξύλινη σαρκοφάγο μέσα στον οικογενειακό τάφο του Σενμούτ, ενός ισχυρού αξιωματούχου και αρχιτέκτονα της εποχής της φαραώ Χατσεπσούτ.
Παρά τις δεκαετίες που έχουν περάσει, οι επιστήμονες δεν έχουν καταφέρει να προσδιορίσουν με βεβαιότητα ούτε την ταυτότητα της γυναίκας ούτε τις συνθήκες του θανάτου της.
Η «εικονική νεκροψία» αποκάλυψε νέα στοιχεία
Ερευνητική ομάδα με επικεφαλής την καθηγήτρια ακτινολογίας Σαχάρ Σαλίμ χρησιμοποίησε αξονική τομογραφία και προηγμένες τεχνικές απεικόνισης, πραγματοποιώντας ουσιαστικά μια εικονική νεκροψία της μούμιας.
Οι εξετάσεις έδειξαν ότι η γυναίκα ήταν περίπου 48 ετών όταν πέθανε και είχε ύψος περίπου 1,54 μέτρα. Παράλληλα, εντοπίστηκαν σημάδια ήπιας αρθρίτιδας στη σπονδυλική στήλη, ενώ αρκετά δόντια έλειπαν από το σαγόνι της.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία ήταν ότι στο σώμα της εξακολουθούν να βρίσκονται πολλά από τα εσωτερικά της όργανα, μεταξύ των οποίων ο εγκέφαλος, η καρδιά, οι πνεύμονες, το ήπαρ, ο σπλήνας, τα νεφρά και τα έντερα.
Το εύρημα αυτό προκαλεί ενδιαφέρον, καθώς κατά την περίοδο του Νέου Βασιλείου οι ταριχευτές συνήθως αφαιρούσαν τα περισσότερα εσωτερικά όργανα, διατηρώντας την καρδιά.
Δεν ήταν μια «φθηνή» ταφή
Η συγκεκριμένη γυναίκα φαίνεται πως κατείχε υψηλή κοινωνική θέση. Στη μούμια εντοπίστηκαν δύο δαχτυλίδια με σκαραβαίο, κατασκευασμένα από ασήμι και χρυσό, ενώ χρησιμοποιήθηκαν ακριβά υλικά για τη διαδικασία ταρίχευσης.
Μεταξύ αυτών ήταν λιβάνι και ρητίνη αρκεύθου, ουσίες που θεωρούνταν πολύτιμες και εισάγονταν στην Αίγυπτο από μακρινές περιοχές.
Ακόμη και τα μαλλιά της παρουσιάζουν ενδιαφέρον, καθώς εντοπίστηκαν ίχνη χέννας, ενώ η περούκα της ήταν κατασκευασμένη από πλεγμένες ίνες φοίνικα και περιείχε διάφορα ορυκτά.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η γυναίκα δεν ανήκε σε ένα χαμηλό κοινωνικό στρώμα, γεγονός που περιπλέκει ακόμη περισσότερο το μυστήριο γύρω από τη διαδικασία ταρίχευσής της.
Γιατί έμεινε με το στόμα ανοιχτό;
Το μεγάλο ερώτημα παραμένει η έκφραση του προσώπου της.
Στην αρχαία Αίγυπτο οι ταριχευτές έδιναν ιδιαίτερη σημασία στη διατήρηση της εμφάνισης του νεκρού. Συνήθως έδεναν την κάτω γνάθο ώστε το στόμα να παραμένει κλειστό.
Στην περίπτωση της συγκεκριμένης γυναίκας, όμως, το στόμα παρέμεινε ορθάνοιχτο.
Η ερευνητική ομάδα διατύπωσε την υπόθεση ότι μπορεί να υπήρξε ένας σπάνιος πτωματικός σπασμός, ο οποίος θα μπορούσε να έχει «παγώσει» ορισμένους μυς αμέσως μετά τον θάνατο.
Ένα τέτοιο φαινόμενο έχει συσχετιστεί θεωρητικά με περιπτώσεις ακραίου σωματικού ή συναισθηματικού στρες και βίαιων θανάτων. Ωστόσο, οι ίδιοι οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να αποδειχθεί ότι αυτό συνέβη στη συγκεκριμένη γυναίκα.
Δεν εντοπίστηκαν τραύματα που να αποκαλύπτουν την αιτία θανάτου της.
Οι επιστήμονες διαφωνούν
Η θεωρία του πτωματικού σπασμού δεν θεωρείται δεδομένη. Άλλοι ειδικοί έχουν προτείνει ότι το στόμα μπορεί να άνοιξε μετά τον θάνατο εξαιτίας φυσικών μεταβολών στο σώμα κατά τη διαδικασία της αποσύνθεσης και της μουμιοποίησης.
Ορισμένοι μάλιστα θεωρούν ότι δεν χρειάζεται να αναζητηθεί κάποιος δραματικός μηχανισμός για να εξηγηθεί η εικόνα.
Η Σαλίμα Ικράμ, καθηγήτρια στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Καΐρου, έχει εκφράσει επιφυλάξεις για τη θεωρία του πτωματικού σπασμού, επισημαίνοντας ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μουμιοποίησης υπήρχε αρκετός χρόνος για να αλλάξει η θέση των χαρακτηριστικών του προσώπου.
Παρόμοια επιφύλαξη έχει εκφράσει και ο ιατροδικαστής Στιούαρτ Χάμιλτον, ο οποίος έχει χαρακτηρίσει την ίδια την ύπαρξη του πτωματικού σπασμού αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης.
Έτσι, παρά τις σύγχρονες τεχνικές που επιτρέπουν στους επιστήμονες να εξετάσουν τη μούμια χωρίς να την καταστρέψουν, το μυστήριο παραμένει.
Η «γυναίκα που ουρλιάζει» εξακολουθεί να βρίσκεται σιωπηλή μπροστά στους ερευνητές, με το ανοιχτό της στόμα να αποτελεί ένα από τα πιο ανατριχιαστικά απομεινάρια του αρχαίου αιγυπτιακού κόσμου.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.