Στη συνέχεια, οι δράστες χρησιμοποίησαν το Face ID του τηλεφώνου του για να αποκτήσουν πρόσβαση στον τραπεζικό του λογαριασμό και να κλέψουν 7.000 λίρες (περίπου 8.000 ευρώ).
Το θύμα αφέθηκε αναίσθητο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου, κατόπιν εξετάσεων, βρέθηκε στον οργανισμό του το λεγόμενο “Spice“, ένα συνθετικό κανναβινοειδές φάρμακο κατηγορίας Β.
Σε μια ολοένα και πιο ευρέως χρησιμοποιούμενη τακτική, οι επίδοξοι κλέφτες χρησιμοποιούν τσιγάρα τέτοιου είδους για να κλέβουν τηλέφωνα και να έχουν πρόσβαση σε τραπεζικούς λογαριασμούς ανθρώπων ενώ αυτοί είναι αναίσθητοι.
Σε αυτό το περιστατικό που αναφέρθηκε για πρώτη φορά από τους Times, το θύμα βρισκόταν σε κλαμπ στο Κλάπαμ του Λονδίνου πριν από λίγες ημέρες, όταν δύο άνδρες το πλησίασαν και το κάλεσαν να πιει μαζί τους.
Αφού του πρόσφεραν το ατμιστικό υγρό με ναρκωτικά, του ζήτησαν να δανειστούν το τηλέφωνό του, το οποίο χρησιμοποίησαν για να έχουν πρόσβαση στην εφαρμογή online banking του και να του κλέψουν χιλιάδες δολάρια.
Το θύμα βρέθηκε αναίσθητο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου οι εξετάσεις ναρκωτικών έδειξαν ότι είχε το Spice στον οργανισμό του, που μπορεί να προκαλέσει ναυτία, έμετο, επιληπτικές κρίσεις ή ακόμα και καρδιακή ανακοπή.
Η αστυνομία ειδοποιήθηκε και διερευνά το περιστατικό, αλλά δεν έχουν γίνει συλλήψεις. Τόνισε όμως ότι αυτή η εγκληματική πρακτική είναι ένα «αναδυόμενο ζήτημα».
Ορισμένοι εγκληματίες συχνάζουν σε μπαρ και κλαμπ και ξεκινούν συζητήσεις με δυνητικά θύματα, ζητώντας να δανειστούν το κινητό τους για να βγάλουν selfie ή να καλέσουν έναν φίλο.
Συμμορίες είναι επίσης γνωστό ότι χρησιμοποιούν «παρατηρητές» – άτομα που περιφέρονται σε αυτούς τους χώρους και παρακολουθούν τους ανθρώπους καθώς πληκτρολογούν τους κωδικούς τους, ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς ή να κλέψουν το τηλέφωνό τους.
Οι γυναίκες αποτελούν την πλειονότητα των θυμάτων «spiking», σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών, με ουσίες να προστίθενται κρυφά στα ποτά ή το φαγητό τους.
Στο Λονδίνο, τα περιστατικά έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 10%, ενώ το 36% των θυμάτων είναι άνδρες. Ωστόσο, μόνο το 5% των υποθέσεων καταλήγει σε απαγγελία κατηγορίας, ενώ η υποκαταγραφή σημαίνει ότι ο πραγματικός αριθμός μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερος.



