Η άρση του casus belli είναι κόκκινη γραμμή για την Άγκυρα μετά τη Σύνοδο – Οι φόβοι και οι προσδοκίες της Άγκυρας
Η Ελλάδα έθεσε στην Άγκυρα ως προαπαιτούμενο την κατάργηση του casus belli του 1995, πριν συζητήσει ευρωπαϊκές ή αμυντικές επιδιώξεις του Ερντογάν.

Η Ελλάδα έθεσε με σκληρό τρόπο στην Άγκυρα το ζήτημα της άρσης του casus belli του 1995, ξεκαθαρίζοντας ότι η απειλή πολέμου αποτελεί πλέον κόκκινη γραμμή για κάθε συζήτηση γύρω από τη συμμετοχή της Τουρκίας στις νέες ευρωπαϊκές και αμυντικές δομές. Την ίδια ώρα, η Τουρκία εμφανίζεται να επιδιώκει μια μόνιμη θέση στον νέο ευρωατλαντικό σχεδιασμό ασφάλειας, με βασικά ζητήματα τα F-35, οι κυρώσεις CAATSA και οι S-400, όμως οι νομικοί και πολιτικοί περιορισμοί στις ΗΠΑ καθιστούν την επιστροφή της στο πρόγραμμα δύσκολη και αβέβαιη.
Πιο αναλυτικά
Ο πρωθυπουργός έθεσε και από την Αγκυρα με κατηγορηματικό τρόπο την ελληνική απαίτηση να καταργηθεί η απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995. Η Ελλάδα ξεκαθάρισε ότι η εξάλειψη της τουρκικής απειλής αποτελεί προαπαιτούμενο για να ανοίξει η συζήτηση οποιασδήποτε ευρωπαϊκής ή αμυντικής επιδίωξης του Ερντογάν.
Των Π. ΓΑΛΙΑΤΣΑΤΟΥ, ΕΥ. ΑΡΕΤΑΙΟΥ, Θ. ΤΣΙΤΣΑ – ΠΗΓΗ: Realnews
Ασφυκτική πίεση ασκεί πλέον η Ελλάδα στην Τουρκία για την άρση του casus belli, καθιστώντας σαφές ότι για τη χώρα μας, η εξάλειψη της απειλής πολέμου αποτελεί πλέoν κόκκινη γραμμή για να συζητήσει οποιαδήποτε τουρκική επιδίωξη και ιδιαίτερα τον διακαή πόθο της Αγκυρας να ενταχθεί στις νέες ευρωπαϊκές αμυντικές δομές. Σχεδόν έναν χρόνο μετά τη δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη, στη ΔΕΘ του 2025, ότι προτίθεται να θέσει το ζήτημα αυτό στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και πέντε μήνες μετά το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας στην Αγκυρα, όπου παρουσίασε το ίδιο ζήτημα -όπως είχε προαναγγείλει- στον Τούρκο Πρόεδρο, ο πρωθυπουργός το έθεσε για πρώτη φορά και σε μια Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Το υπενθύμισε σε συμμάχους και εταίρους, ενώ χάλασε και το… πάρτι που είχαν στήσει ο Τούρκος Πρόεδρος και ο Αμερικανός ομόλογός του, Ντόναλντ Τραμπ. Η οργισμένη αντίδραση των τουρκικών μέσων ενημέρωσης για τις δηλώσεις του Ελληνα πρωθυπουργού, που του καταλόγισαν «απρέπεια» και «κατάχρηση της τουρκικής φιλοξενίας», το αποδεικνύει.
Νόμιμο δικαίωμα
«Σε μια στιγμή κατά την οποία η χώρα μου εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ανοιχτή απειλή πολέμου από την Τουρκία, σε περίπτωση που ασκήσει το νόμιμο δικαίωμά της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, θεωρώ ότι πρέπει να έχουμε επίγνωση πως οι ευαισθησίες όλων των συμμάχων του ΝΑΤΟ πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν», ήταν η δήλωση του πρωθυπουργού που άναψε φωτιές στη γειτονική χώρα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε την επίμαχη δήλωση προσερχόμενος στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ και την επανέλαβε μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της Συνόδου, στη συνέντευξη Τύπου, δείχνοντας όμως αυτή τη φορά και τη στόχευση: «Νομίζω ότι όλοι οι συνάδελφοί μου στην Ευρώπη αντιλαμβάνονται ότι δεν ταιριάζει και με το κλίμα της Συμμαχίας να υπάρχει αυτή η απειλή πολέμου, η οποία, όπως σας είπα, έρχεται από το βαθύ παρελθόν, από το 1995. Νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα πια να την αφήσουμε πίσω μας». Ο πρωθυπουργός γνωρίζει ότι μετά τις αποφάσεις της Συνόδου της Αγκυρας και τον νέο ρόλο που αποκτά η Ευρώπη για την άμυνα της Συμμαχίας, η βασική στρατηγική επιδίωξη της Αγκυρας είναι να εξασφαλίσει μια μόνιμη, θεσμικά κατοχυρωμένη θέση μέσα στη νέα ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική αρχιτεκτονική ασφάλειας πριν αυτή αποκτήσει οριστική μορφή. Εκεί ωστόσο πλέον θα βρίσκει το εμπόδιο της Ελλάδας που θα απαιτεί την άρση του casus belli για να προχωρήσει οτιδήποτε.
«Δεν το γνωρίζει ο λαός»
Στην Αγκυρα έλαβαν το μήνυμα και αντιλήφθηκαν τον σκόπελο. Γι’ αυτό και το θέμα πήρε μεγάλη δημοσιότητα στη διάρκεια της Συνόδου και τέθηκε τόσο στη συνέντευξη του Ερντογάν, όσο και σε εκείνη του γενικού γραμματέα της Συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε. Ο γ.γ. του ΝΑΤΟ το απέφυγε, ο Ερντογάν προσπάθησε να το υποβαθμίσει λέγοντας: «Η συντριπτική πλειονότητα του λαού μου δεν γνωρίζει καν τι είναι το ζήτημα του casus belli. Αν τους ρωτήσεις τι είναι, δεν θα ξέρουν. Γι’ αυτό δεν νομίζω ότι πρέπει να απασχολούμε τον λαό μας με αυτά τα θέματα. Και ήδη λέμε στους Ελληνες φίλους μας: ας μην επιβαρύνουμε ούτε τους Ελληνες πολίτες ούτε τους δικούς μας πολίτες με αυτό».
Ταυτόχρονα, και θέλοντας να δείξει ότι δεν είναι εκείνος που επιθυμεί τη σύγκρουση με την Αθήνα, εμφανίστηκε διαλλακτικός στο θέμα των θαλάσσιων ζωνών: «Μοιράζομαι την ίδια άποψη με τον Κυριάκο Μητσοτάκη σχετικά με την επίλυση των ζητημάτων του Αιγαίου. Ελπίζω, πρώτα οι υπουργοί Εξωτερικών μας, και μετά, αν χρειαστεί, θα καθίσουμε και εμείς στο τραπέζι και θα συζητήσουμε αυτό το ζήτημα. Αλλά επιτρέψτε μου να το πω ξεκάθαρα και ανοιχτά: η επίλυση των ζητημάτων που αφορούν αυτά τα ύδατα αποτελεί πρωτίστως καθήκον των ηγετών», είπε ο Τούρκος Πρόεδρος.
Ξεκάθαρη θέση
Ανώτατη διπλωματική πηγή τόνιζε πάντως την περασμένη Πέμπτη στην Αθήνα ότι η ελληνική θέση στο θέμα είναι απολύτως ξεκάθαρη: η ύπαρξη του casus belli συνιστά τυπική απειλή πολέμου και δεν απομειώνεται ούτε από τον χρόνο ούτε από την εξοικείωση της κοινής γνώμης με αυτήν. «Απομειώνεται μόνο με την οριστική απόσυρσή της», σημείωνε χαρακτηριστικά η ίδια πηγή, τονίζοντας ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να θέτει το ζήτημα σε όλα τα επίπεδα. Την άρση του casus belli έχει ήδη θέσει ως όρο η Αθήνα για τη συμμετοχή της Τουρκίας στο χρηματοδοτικό πρόγραμμα SAFE. Η Τουρκία δεν ανταποκρίθηκε και έτσι η Ελλάδα πέτυχε να μείνει η γειτονική μας χώρα εκτός των χρηματοδοτήσεων του κανονισμού. Σύμφωνα με την ίδια διπλωματική πηγή, η άρση της απειλής πολέμου αποτελεί αναγκαία συνθήκη «για να ξεκινήσει η συζήτηση» για την ένταξη της Τουρκίας σε κάποιο ευρωπαϊκό σχήμα. Οσο θα υφίσταται, δεν γίνεται καν συζήτηση.
Παρά το γεγονός ότι ο χρηματοδοτικός κανονισμός SAFE λήγει το 2028, το δικαίωμα αρνησικυρίας της Ελλάδας διατηρείται και σε αυτούς που θα ακολουθήσουν. Οπως διευκρίνισε η ανωτέρω πηγή, στον κανονισμό SAFE έχει πλέον ενσωματωθεί η ανάγκη ύπαρξης διμερούς συμφωνίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τρίτο κράτος και το προηγούμενο του SAFE 2025 θεωρείται πολύ δύσκολο να παρακαμφθεί σε μελλοντικό κανονισμό. Για να αρθεί το βέτο, θα πρέπει η Τουρκία να άρει το casus belli.
Από το 1995 η απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης επικρεμόταν ως απειλή για διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις που εξέταζαν, αλλά δεν αποφάσιζαν την επέκταση των χωρικών μας υδάτων. Η απόφαση της κυβέρνησης Μητσοτάκη να εργαλειοποιήσει αυτήν την απειλή και να τη χρησιμοποιήσει ως εύλογο επιχείρημα για να εμποδίσει τη συμμετοχή της Τουρκίας στους ευρωπαϊκούς αμυντικούς θεσμούς που υφίστανται αλλά και σε αυτούς που θα δημιουργηθούν, αλλάζει τα δεδομένα και για τις δύο χώρες. Πλέον και η Τουρκία έχει πολλά να χάσει από την εμμονή της στο casus belli και ίσως να το ξανασκεφτεί.

Οι φόβοι και οι προσδοκίες της Αγκυρας μετά τη Σύνοδο
Πώς η Τουρκία επιχειρεί να εξασφαλίσει μια μόνιμη, θεσμικά κατοχυρωμένη θέση μέσα στη νέα ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική αρχιτεκτονική ασφαλείας, πριν αυτή αποκτήσει οριστική μορφή
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα έκλεισε αφήνοντας πίσω της πολλές εικόνες που κυριάρχησαν στην ειδησεογραφία: τις εγκάρδιες δημόσιες εμφανίσεις του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τις συζητήσεις για τα F-35 και τις κυρώσεις CAATSA, τις δηλώσεις για τη νέα αμυντική αρχιτεκτονική της Ευρώπης και τις αμοιβαίες φιλοφρονήσεις ανάμεσα στους δύο Προέδρους. Ολα αυτά έχουν ασφαλώς τη σημασία τους και ορισμένα μπορεί να αποδειχθούν κρίσιμα τους επόμενους μήνες.
Ωστόσο, μια πιο ενδελεχής ανάγνωση της Συνόδου, μέσα από τον τρόπο που την ανέλυσαν τα σημαντικότερα τουρκικά μέσα ενημέρωσης και οι πιο έγκυροι αναλυτές τους, οδηγεί σε μια πολύ βαθύτερη εικόνα. Η Αγκυρα θεωρεί ότι βγήκε από μία δεκαετία στρατηγικής αμφισβήτησης και εισέρχεται σε μια νέα φάση, στην οποία δεν διαπραγματεύεται πλέον τη θέση της στη Δύση αλλά τον ρόλο που θα διαδραματίσει στη νέα δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Και αυτό γιατί η τουρκική ηγεσία πιστεύει ότι η διεθνής συγκυρία έχει αλλάξει τόσο βαθιά ώστε το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Δύση χρειάζεται την Τουρκία, αλλά με ποιους όρους θα την ενσωματώσει στον επόμενο κύκλο της στρατηγικής ανασυγκρότησής της.
Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που διαπερνά σχεδόν ολόκληρο τον τουρκικό Τύπο, είτε πρόκειται για φιλοκαθεστωτικές εφημερίδες είτε για πιο ανεξάρτητες αναλύσεις. Διαφορετικοί αρθρογράφοι, με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, καταλήγουν ουσιαστικά στο ίδιο συμπέρασμα, ότι η Σύνοδος της Αγκυρας σηματοδότησε την είσοδο σε μια νέα εποχή, την οποία αρκετοί περιγράφουν ήδη ως «NATO 3.0».
Μια στρατιωτική συμμαχία συλλογικής άμυνας, αλλά με ένα ολοένα πιο ολοκληρωμένο οικοσύστημα αμυντικής βιομηχανίας, τεχνολογίας, κοινών προμηθειών και παραγωγής οπλικών συστημάτων. Η Αγκυρα θεωρεί ότι διαθέτει πλέον όλα τα χαρακτηριστικά για να καταστεί αναντικατάστατο κομμάτι αυτής της μετάβασης.
Η φιλοκαθεστωτική «Sabah», όπως όλα τα καθεστωτικά μέσα, δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό της και στο πρωτοσέλιδό της παρουσίασε τη Σύνοδο ως ιστορική διπλωματική νίκη με τίτλους που διακήρυτταν ότι «οι μεγάλοι νικητές είναι ο Πρόεδρος Ερντογάν και η Τουρκία». Η ανάγνωση αυτή αντανακλά ουσιαστικά ένα ολόκληρο πολιτικό αφήγημα που επιχειρεί να εδραιώσει το καθεστωτικό στρατόπεδο εδώ και χρόνια, δηλαδή ότι η Τουρκία δεν αποτελεί πλέον περιφερειακή δύναμη που εξαρτάται από τη Δύση, αλλά μία από τις χώρες χωρίς τις οποίες η Δύση δεν μπορεί να οικοδομήσει το νέο σύστημα ασφαλείας της.
Ο Okan Müderrisoglu στη «Sabah» προχωρά ακόμη περισσότερο και υποστηρίζει ότι η πραγματική Σύνοδος δεν πραγματοποιήθηκε στις επίσημες συνεδριάσεις του ΝΑΤΟ, αλλά στη συνάντηση Ερντογάν-Τραμπ, η οποία, κατά την άποψή του, καθόρισε την επόμενη ημέρα των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Στην ίδια λογική, η «Yeni safak» υποστηρίζει ότι η άρση των κυρώσεων CAATSA και η σταδιακή επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν αποτελούν απλώς διμερή ζητήματα, αλλά την αρχή μιας συνολικής επανένταξης της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας στο δυτικό τεχνολογικό οικοσύστημα.
Η έμφαση, όμως, στα F-35 κρύβει μια ευρύτερη πραγματικότητα. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι τα μαχητικά αεροσκάφη, ούτε ακόμη και η άρση των κυρώσεων, αλλά η θέση της Τουρκίας στη νέα οικονομία και γεωπολιτική της άμυνας. Η Τουρκία δεν αναζητεί πλέον απλώς μια καλύτερη σχέση με τις ΗΠΑ, ούτε επιδιώκει μόνο την επιστροφή στα F-35. Ο πραγματικός της στόχος είναι πολύ πιο φιλόδοξος.
Επιχειρεί να εξασφαλίσει μια μόνιμη, θεσμικά κατοχυρωμένη θέση μέσα στη νέα ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική αρχιτεκτονική ασφαλείας, πριν αυτή αποκτήσει οριστική μορφή. Η μάχη για τα υπερσύγχρονα αεροσκάφη, για τους κινητήρες του KAAN και για την άρση των CAATSA είναι απλώς το πρώτο επεισόδιο αυτής της πολύ μεγαλύτερης στρατηγικής διαπραγμάτευσης. Και αυτό διότι η Τουρκία δεν φοβάται πλέον ότι θα μείνει εκτός της Δύσης, αλλά φοβάται ότι η ίδια η Δύση αλλάζει. Η μεγαλύτερη στρατηγική αγωνία της Αγκυρας είναι να διασφαλίσει ότι, όταν η νέα αυτή Δύση ολοκληρωθεί, η Τουρκία δεν θα βρίσκεται στην περιφέρειά της αλλά στον αμυντικό πυρήνα της.
Επανεξοπλισμοί
Η Ευρώπη εισέρχεται στη μεγαλύτερη διαδικασία επανεξοπλισμού μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τα προγράμματα SAFE, οι κοινές ευρωπαϊκές προμήθειες, τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και η προσπάθεια οικοδόμησης μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας δημιουργούν μια αγορά εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Για την Αγκυρα, αυτός είναι ο πραγματικός πόλεμος που αρχίζει τώρα, εκτιμούν έγκριτοι Τούρκοι αναλυτές.
Ο Ερντογάν επανέλαβε σε όλες σχεδόν τις δημόσιες παρεμβάσεις του ότι η ευρωπαϊκή άμυνα δεν μπορεί να οικοδομηθεί αποκλείοντας χώρες που δεν είναι μέλη της Ε.Ε., αλλά αποτελούν βασικούς συμμάχους του ΝΑΤΟ. Η φράση του περί «τεχνητών διαιρέσεων» δεν ήταν διπλωματική ευγένεια, αλλά μια σαφής προειδοποίηση προς τις Βρυξέλλες.
Η αξιόπιστη αναλύτρια Barcin Yinanc διατύπωσε σε σχετικό της άρθρο ίσως την πιο ενδιαφέρουσα ανάλυση αυτής της πραγματικότητας. Κατά την άποψή της, η πραγματική μάχη της Τουρκίας δεν αφορά πλέον τη θέση της στο ΝΑΤΟ, αλλά τη θέση της μέσα στη νέα ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική που διαμορφώνεται παράλληλα με το ΝΑΤΟ. Οσο η συλλογική άμυνα παραμένει θεσμικά αγκυρωμένη στη Συμμαχία, η Αγκυρα διατηρεί ισότιμη θέση στο τραπέζι των αποφάσεων. Αν όμως η στρατιωτική ολοκλήρωση μεταφερθεί σταδιακά προς τους θεσμούς της Ε.Ε., τότε η Τουρκία κινδυνεύει να μετατραπεί από αναντικατάστατο σύμμαχο σε εξωτερικό συνεργάτη χωρίς πραγματική επιρροή.
Αυτή η ανησυχία διαπερνά, υπόγεια και κάτω από τις θριαμβολογίες περί «απαραίτητης Τουρκίας», και κάθε φιλοκαθεστωτική ανάλυση. Ο Mahmut Övür στη «Sabah» υποστηρίζει ότι η Ευρώπη δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει την Τουρκία ως υποψήφια προς ένταξη χώρα, αλλά οφείλει να την αποδεχθεί ως στρατηγικό συμπλήρωμα της ευρωπαϊκής ισχύος. Η «Milliyet» περιγράφει την Τουρκία ως έναν από τους βασικούς βιομηχανικούς κόμβους του νέου ΝΑΤΟ, ενώ η «Türkiye Gazetesi» παρουσιάζει τη Σύνοδο ως την επίσημη έναρξη μιας εποχής στην οποία η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την τουρκική αμυντική βιομηχανία.
Πολύ σημαντικά είναι και τα άρθρα των φιλοκαθεστωτικών Hande Firat και Deniz Kilislioglu στη «Hurriyet». Και οι δύο περιγράφουν ένα εξαιρετικά σύνθετο παρασκήνιο, στο οποίο συζητούνται διαφορετικές φόρμουλες για τους S-400, από τη μεταφορά τους σε τρίτη χώρα (έχει ήδη γραφτεί για το Κατάρ) μέχρι ειδικά καθεστώτα αποθήκευσης, προκειμένου να αρθεί το βασικό εμπόδιο για την επανεκκίνηση της αμερικανοτουρκικής αμυντικής συνεργασίας.
Η αντιπολίτευση
Η πιο προσεκτική αυτή σχολή σκέψης συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με την ανάγνωση της αντιπολίτευσης. Τα αντιπολιτευόμενα μέσα επεσήμαναν ότι το καθεστώς και ο φιλοκαθεστωτικός Τύπος οικοδόμησαν ολόκληρο το αφήγημα της Συνόδου πάνω στις πρώτες δηλώσεις του Τραμπ, αποσιωπώντας ότι λίγο αργότερα ο Αμερικανός Πρόεδρος διευκρίνισε πως δεν έχει ακόμη ληφθεί οριστική απόφαση για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. «Η διαφορά αυτή δεν είναι λεπτομέρεια, είναι η διαφορά ανάμεσα στην πολιτική πρόθεση και στη θεσμική απόφαση», σχολίασαν στην «R» Τούρκοι αναλυτές.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σχεδόν όλες οι σοβαρές αναλύσεις εγκαταλείπουν πλέον την παραδοσιακή συζήτηση περί «επιστροφής της Τουρκίας στη Δύση». Η έννοια αυτή μοιάζει να θεωρείται ξεπερασμένη ακόμη και από αρθρογράφους που βρίσκονται κοντά στο καθεστώς. Ο Turgay Yerlikaya στην καθεστωτική και ισλαμική «Yeni safak» υποστηρίζει ότι η Τουρκία δεν εγκατέλειψε ποτέ τη δυτική συμμαχία, αλλά ταυτόχρονα δεν αποδέχθηκε ποτέ να περιοριστεί στον ρόλο ενός πειθήνιου συμμάχου. Αντίθετα, γράφει, ακολούθησε μια στρατηγική αυτονομίας, επενδύοντας στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία, στις επιχειρήσεις στη Συρία, στη Λιβύη και στον νότιο Καύκασο, ώστε να αυξήσει το διαπραγματευτικό της βάρος απέναντι τόσο στη Μόσχα όσο και στην Ουάσιγκτον.
Αυτό ακριβώς συνδέεται με τη μεγαλύτερη γεωπολιτική μεταβολή που ανέδειξε η Σύνοδος. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Ουάσιγκτον δείχνει αποφασισμένη να μεταφέρει σημαντικό μέρος του βάρους της περιφερειακής ασφάλειας στους συμμάχους της. Ο Τραμπ δεν κρύβει ότι η προτεραιότητα των ΗΠΑ μετατοπίζεται ολοένα περισσότερο προς την Κίνα, γεγονός που σημαίνει ότι η Ευρώπη αλλά και περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία καλούνται να αναλάβουν μεγαλύτερες ευθύνες στις δικές τους γεωγραφικές ζώνες.
Μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, η Αγκυρα δεν εμφανίζεται απλώς ως ο θεματοφύλακας της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, αλλά προβάλλεται ως δύναμη παραγωγής οπλικών συστημάτων, ως περιφερειακός διαμεσολαβητής, ως κόμβος εφοδιαστικών αλυσίδων και ως χώρα που μπορεί να καλύψει κενά τα οποία ούτε οι Ευρωπαίοι ούτε οι Αμερικανοί μπορούν πλέον μόνοι τους.
Την ίδια ώρα, αναλυτές επισημαίνουν ότι μια εξαιρετικά σημαντική διάσταση της Συνόδου βρίσκεται και στο εσωτερικό της Τουρκίας. Ο Yildiray Ogur σε άρθρο του το διατύπωσε με τον πιο εύστοχο τρόπο, όταν περιέγραψε την Τουρκία ως «αποτυχημένη στο εσωτερικό αλλά επιτυχημένη στο εξωτερικό».
Ενώ η οικονομία εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη αδυναμία του καθεστώτος, ενώ ο πληθωρισμός, η ακρίβεια και η κοινωνική δυσαρέσκεια διαβρώνουν ακόμη και την εκλογική βάση του AKP, η εξωτερική πολιτική παραμένει το ισχυρότερο πολιτικό όπλο του Ερντογάν. Η αντιπολιτευόμενη αριστερή «BirGün», την ίδια ημέρα που τα φιλοκαθεστωτικά μέσα πανηγύριζαν για το ΝΑΤΟ, δημοσίευε στοιχεία που έδειχναν ότι περισσότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους του AKP και του MHP δυσκολεύονται πλέον να καλύψουν βασικές ανάγκες, ενώ δεκάδες χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις κλείνουν ή επιβιώνουν με δανεικά.
Υπάρχει, ωστόσο, μια δεύτερη αντίφαση που ανέδειξε η Σύνοδος. Την ώρα που ο Τραμπ παρουσίαζε τον Ερντογάν ως έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους των ΗΠΑ, στο εσωτερικό της Τουρκίας εντεινόταν η δικαστική πίεση κατά του Εκρέμ Ιμάμογλου, κλιμακώνονταν οι πιέσεις κατά του CHP, ενώ οι Αρχές προχώρησαν σε δεκάδες συλλήψεις ακαδημαϊκών, δημοσιογράφων και διανοουμένων, καθώς και σε εκτεταμένες αστυνομικές επεμβάσεις εναντίον διαδηλωτών, ενόψει και κατά τη διάρκεια της Συνόδου. Στο διεθνές πεδίο, η Αγκυρα αναβαθμίζει τη στρατηγική της αξία, ενώ στο εσωτερικό οι πολιτικές και δημοκρατικές εντάσεις εξακολουθούν να οξύνονται. Αυτή η αντίφαση εξηγεί ίσως και γιατί η Ευρώπη εμφανίζεται σήμερα πολύ πιο σιωπηλή απέναντι στις εξελίξεις στο κράτος δικαίου.
Η Ε.Ε. έχει κάνει μια μεγάλη αλλαγή προτεραιοτήτων, από αξίες σε κυνικό ρεαλισμό, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία, η κρίση στη Μέση Ανατολή, η επιτάχυνση του ευρωπαϊκού επανεξοπλισμού και η αμερικανική στροφή προς την Ασία δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η γεωπολιτική χρησιμότητα της Τουρκίας υπερισχύει των δημοκρατικών επιφυλάξεων. Και το καθεστώς Ερντογάν το γνωρίζει πολύ καλά και επιχειρεί να αξιοποιήσει στο έπακρο αυτό το παράθυρο ευκαιρίας.

Αγωνία Ερντογάν για τα F-35
Η αμερικανική νομοθεσία, η στάση του Κογκρέσου, η εκκρεμότητα των ρωσικών S-400 και οι δεσμεύσεις της Ουάσιγκτον απέναντι στο Ισραήλ συνθέτουν ένα περίπλοκο πλέγμα περιορισμών για την πώληση των αεροσκαφών στην Τουρκία
Η πρόθεση του Ντόναλντ Τραμπ να επαναφέρει την Τουρκία στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35 σηματοδοτεί τη σημαντικότερη μεταβολή στην αμερικανική πολιτική έναντι της Αγκυρας από τον αποκλεισμό της το 2019. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν ο Λευκός Οίκος επιθυμεί την επαναπροσέγγιση, αλλά αν διαθέτει τον πολιτικό και νομικό χώρο για να την υλοποιήσει. Η ισχύουσα νομοθεσία, η στάση του Κογκρέσου, η εκκρεμότητα των ρωσικών S-400 και οι αμερικανικές δεσμεύσεις απέναντι στο Ισραήλ συνθέτουν ένα περίπλοκο πλέγμα περιορισμών που καθιστά την υπόθεση πολύ πιο δύσκολη από όσο αφήνει να εννοηθεί η πολιτική ρητορική.
Η πρωτοβουλία του Τραμπ εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια αναβάθμισης των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Η επιδίωξή του φαίνεται να είναι η ενίσχυση ενός σημαντικού συμμάχου του ΝΑΤΟ, σε μια περίοδο αυξημένων εντάσεων με τη Ρωσία αλλά και στη Μέση Ανατολή, αξιοποιώντας παράλληλα και τη στενή προσωπική σχέση του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Οι πρόσφατες δηλώσεις του ερμηνεύονται κυρίως ως πολιτικό σήμα επανεκκίνησης των συνομιλιών και όχι ως ένδειξη ότι έχει ήδη ανοίξει ο δρόμος για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα. Παρότι οι πιθανότητες διαπραγμάτευσης έχουν αυξηθεί, χωρίς λύση για τους S-400, η παράδοση των F-35 παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη.
Το σημαντικότερο εμπόδιο βρίσκεται στο ισχύον αμερικανικό νομικό πλαίσιο. Το άρθρο 1245 του National Defense Authorization Act (NDAA) του οικονομικού έτους 2020 απαγορεύει τη μεταφορά F-35 στην Τουρκία όσο η Αγκυρα διατηρεί το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400. Η διάταξη υιοθετήθηκε επειδή η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η ταυτόχρονη λειτουργία των δύο συστημάτων θα μπορούσε να εκθέσει ευαίσθητα τεχνικά δεδομένα του αμερικανικού μαχητικού.
Παράλληλα, η Τουρκία εξακολουθεί να υπόκειται στις κυρώσεις του νόμου CAATSA. Αν και οι κυρώσεις αυτές μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να ανασταλούν ή να αρθούν με προεδρική απόφαση, η απαγόρευση μεταφοράς των F-35 προβλέπεται από ειδική νομοθετική διάταξη. Επομένως, ακόμη και μια πολιτική απόφαση του Λευκού Οίκου δεν αρκεί από μόνη της για να ξεπεραστεί το εμπόδιο.
Επιλογές
Οι επιλογές που εξετάζονται είναι περιορισμένες. Η πρώτη προβλέπει την πλήρη απομάκρυνση των S-400 από την Τουρκία, ώστε η αμερικανική κυβέρνηση να μπορεί να πιστοποιήσει ότι εκλείπουν οι λόγοι που οδήγησαν στον αποκλεισμό της χώρας. Η δεύτερη θα απαιτούσε αλλαγή της σχετικής νομοθεσίας από το Κογκρέσο, εξέλιξη που θεωρείται πολιτικά ιδιαίτερα δύσκολη. Η τρίτη αφορά μια διαφορετική νομική ερμηνεία της έννοιας της «κατοχής» των S-400, με στόχο να θεωρηθεί ότι το σύστημα δεν βρίσκεται πλέον σε επιχειρησιακή χρήση ή υπό πλήρη τουρκικό έλεγχο.
Στο πλαίσιο αυτό έχουν κατά καιρούς συζητηθεί λύσεις όπως η μεταφορά των S-400 σε τρίτη χώρα. Μάλιστα την Παρασκευή, η τουρκική εφημερίδα «Hürriyet» σε άρθρο υποστηρίζει πως η Τουρκία έκλεισε σχετική συμφωνία με το Κατάρ, χωρίς ωστόσο να υπάρξουν επίσημες τουρκικές ή αμερικανικές ανακοινώσεις.
Σύμφωνα με Τούρκους αξιωματούχους, η Αγκυρα έχει ήδη καταβάλει 1,4 δισ. δολάρια για έξι αεροσκάφη F-35, τα οποία παραμένουν αποθηκευμένα στις Ηνωμένες Πολιτείες και θα μπορούσαν να παραδοθούν άμεσα εάν αρθούν οι κυρώσεις και ξεπεραστούν τα νομικά εμπόδια.
Η στάση του Κογκρέσου εξακολουθεί να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα. Το κλίμα αποτυπώθηκε και στην επιστολή ομάδας 18 Δημοκρατικών βουλευτών, με επικεφαλής την Ντίνα Τάιτους, προς την ηγεσία της Βουλής των Αντιπροσώπων. Οι βουλευτές ζητούν να χρησιμοποιηθούν όλες οι διαθέσιμες κοινοβουλευτικές διαδικασίες ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε προσπάθεια επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα, όσο εξακολουθεί να διαθέτει τους S-400.
Στην επιστολή επισημαίνεται ότι η Τουρκία παραμένει υπό το καθεστώς κυρώσεων του CAATSA, ότι το NDAA εξακολουθεί να απαγορεύει τη μεταφορά F-35 και ότι μια διαφορετική επιλογή θα έφερνε την αμερικανική κυβέρνηση σε σύγκρουση με την ισχύουσα νομοθεσία. Παράλληλα, οι βουλευτές προειδοποιούν ότι μια τέτοια απόφαση θα προκαλούσε ανησυχία σε συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στην ανατολική Μεσόγειο, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Κύπρος.
Ποιοτικό πλεονέκτημα
Εξίσου σημαντική είναι και η διάσταση του Ισραήλ. Η αμερικανική νομοθεσία υποχρεώνει κάθε κυβέρνηση να διατηρεί το Qualitative Military Edge, δηλαδή το ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα του Ισραήλ έναντι κάθε περιφερειακού αντιπάλου. Μια ενδεχόμενη πώληση F-35 στην Τουρκία θα απαιτούσε πιθανότατα αντισταθμιστικά μέτρα προς το Ισραήλ, είτε μέσω πρόσθετων προηγμένων οπλικών συστημάτων είτε με άλλες μορφές στρατιωτικής ενίσχυσης, ώστε να διατηρηθεί η ισορροπία που προβλέπει η αμερικανική πολιτική.
Ακόμη όμως και αν υπάρξει πολιτική συμφωνία μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν, η διαδικασία θα είναι χρονοβόρα. Θα πρέπει να επιλυθεί το ζήτημα των S-400, να ολοκληρωθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες στο Κογκρέσο και στη συνέχεια η Τουρκία να ενταχθεί εκ νέου στη γραμμή παραγωγής της Lockheed Martin, η οποία είναι ήδη επιβαρυμένη από υφιστάμενες παραγγελίες. Με τους σημερινούς ρυθμούς παραγωγής, πέρα από τα έξι ήδη κατασκευασμένα αεροσκάφη, νέα F-35 δύσκολα θα ενταχθούν στην τουρκική αεροπορία πριν από το τέλος της δεκαετίας.
Η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν αποτελεί πλέον πολιτικά αδιανόητο σενάριο. Παραμένει, όμως, μια σύνθετη διαδικασία που εξαρτάται από τη σύγκλιση πολιτικών αποφάσεων, νομικών προϋποθέσεων και στρατηγικών ισορροπιών. Για την Αγκυρα, το σημαντικότερο κέρδος σήμερα είναι ότι η επιστροφή της στο πρόγραμμα βρίσκεται και πάλι στο τραπέζι των συζητήσεων. Η μετατροπή αυτής της προοπτικής σε οριστική συμφωνία εξακολουθεί να απέχει σημαντικά.
// ΣΧΟΛΙΑ
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει αυτό το άρθρο.