Προκλητικό δημοσίευμα για την Ελλάδα δημοσίευσε η ιστοσελίδα En Son Haber, φιλοξενώντας ένα άρθρο του Τούρκου ιστορικού Ümit Yenişehirli, ο οποίος διατυπώνει ιδιαίτερα επικριτικές και αμφιλεγόμενες απόψεις για την ελληνική ιστορία, την ταυτότητα της χώρας και τις σχέσεις της με την Τουρκία.
Στο κείμενό του, ο Yenişehirli επιχειρεί μια δική του ερμηνεία της ιστορικής πορείας της Ελλάδας, υποστηρίζοντας ότι η συλλογική μνήμη της χώρας χαρακτηρίζεται από έναν «φόβο απέναντι στους Οθωμανούς» και από ένα, όπως το αποκαλεί, «σύμπλεγμα απέναντι στους μουσουλμάνους Τούρκους».
Όπως γράφει, «η Ελλάδα είναι μια ενδιαφέρουσα χώρα με μάλλον άχρωμη ιστορία που καλύπτει μόλις δύο αιώνες, μια ιστορία συνεχούς εξάρτησης από άλλους και, κυρίως, με ένα επίμονο “σύμπλεγμα απέναντι στους μουσουλμάνους Τούρκους” που φαίνεται να μην μπορεί ποτέ να ξεπεράσει».
Ο ίδιος υποστηρίζει επίσης ότι η χώρα μας υποφέρει από την «αυταπάτη ότι όσο πιο δυνατά φωνάζει τόσο πιο μεγαλοπρεπής γίνεται», προσθέτοντας ότι, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, «συχνά επιδιώκει στόχους πολύ πέρα από τις δυνατότητές της».
Αναφορά στη «Μεγάλη Ιδέα»
Στο άρθρο του, ο Τούρκος ιστορικός κάνει εκτενή αναφορά στη Μεγάλη Ιδέα, την οποία χαρακτηρίζει «το μεγαλύτερο και πιο αβάσιμο όνειρο αυτής της μικρής χώρας», σημειώνοντας ότι, σύμφωνα με αυτό το όραμα, «τα παλιά βυζαντινά εδάφη θα ανακτηθούν και θα δημιουργηθεί μια μεγάλη ελληνική αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη».
Ο Yenişehirli σχολιάζει επίσης τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο Αιγαίο και την Κύπρο, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα «δοκιμάζει για πολλοστή φορά τη “στρατηγική υπομονή” της Τουρκίας στα νησιά του Αιγαίου».
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα -σύμφωνα με τον ίδιο- «αναφέρεται στην Κύπρο ως σύνολο, αγνοώντας τους μουσουλμάνους Τούρκους στο νησί και την Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου».
Οι ισχυρισμοί για την αρχαία Ελλάδα
Στη συνέχεια του κειμένου, ο Yenişehirli επιχειρεί να αναφερθεί και στην αρχαία ελληνική ιστορία, υποστηρίζοντας ότι ο ελλαδικός χώρος ήταν διαχρονικά ανοιχτός σε εξωτερικές επιρροές.
Όπως γράφει, «όταν εξετάζουμε την ιστορία αυτού που αποκαλείται “Ελλάδα”, βλέπουμε μια γεωγραφία σχεδόν πάντα ανοιχτή σε εξωτερικές επιρροές και πιεσμένη από την κυριαρχία διαφορετικών πολιτισμών».
Υποστηρίζει ακόμη ότι στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε «συχνή εισαγωγή θρησκειών και θεών», ισχυριζόμενος ότι οι Έλληνες «μετέφεραν στα Βαλκάνια και στις ακτές του Αιγαίου είδωλα που είχαν δει στη Μεσοποταμία, την Αίγυπτο και από τους Φοινίκες».
Οθωμανική περίοδος
Σε άλλο σημείο του άρθρου, ο Yenişehirli αναφέρεται στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Υποστηρίζει ότι για τους Οθωμανούς τα εδάφη της Ελλάδας θεωρούνταν «γη απίστων», ενώ παράλληλα ισχυρίζεται ότι «οι περιοχές αυτές ήταν γεμάτες από ειδωλολατρικά κατάλοιπα της αρχαιότητας».
Ο ίδιος αναφέρεται και στην Ακρόπολη, γράφοντας ότι «ο χώρος της Ακρόπολης, που περιλαμβάνει τον Παρθενώνα, χρησιμοποιήθηκε για ένα διάστημα ως αποθήκη όπλων και πυρομαχικών, ενώ ένα τμήμα του χώρου μετατράπηκε σε τζαμί».
Προσθέτει μάλιστα ότι «η σημερινή κατεστραμμένη κατάσταση της Ακρόπολης είναι αποτέλεσμα πυρών πυροβολικού των Βενετών που πολεμούσαν εναντίον των Οθωμανών».
Για τη δημιουργία του ελληνικού κράτους
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίζεται ο Τούρκος ιστορικός και για τη δημιουργία του ελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα. Στο άρθρο του χαρακτηρίζει την Ελλάδα «μια χώρα της οποίας η σημαία, ο βασιλιάς και το νόμισμα είναι εισαγόμενα».
Όπως γράφει, «το “Βασίλειο της Ελλάδας”, που ιδρύθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1830, ήταν ένα εξαιρετικά συνθετικό και παράξενο κράτος, δημιουργημένο με δανεισμένες ιδέες, όλες εισαγόμενες: η σημαία, ο βασιλιάς, το νόμισμα και το γραφειοκρατικό προσωπικό».
Ο Yenişehirli υποστηρίζει ακόμη ότι «οι Έλληνες άρχισαν να αναζητούν βασιλιά σαν να “έψαχναν υπάλληλο”», αναφερόμενος στην επιλογή του Όθωνα της Βαυαρίας ως πρώτου μονάρχη της χώρας.
Αναφορές στην ταυτότητα και τη γλώσσα
Στο τελευταίο μέρος του άρθρου, ο Τούρκος ιστορικός σχολιάζει και ζητήματα ταυτότητας, πληθυσμιακής σύνθεσης και γλώσσας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.
Υποστηρίζει ότι, μετά την ίδρυση του κράτους, «εκατομμύρια άνθρωποι αλβανικής, σερβικής και μακεδονικής καταγωγής ανακηρύχθηκαν σχεδόν μέσα σε μια νύχτα “καθαροί Έλληνες” από τους επίσημους ιστορικούς».
Αναφερόμενος στη γλώσσα, γράφει ότι «όταν ιδρύθηκε η Ελλάδα, η δημοτική γλώσσα που μιλούσε ο λαός περιείχε πολλές τουρκικές, αλβανικές και σλαβικές λέξεις», ενώ προσθέτει ότι οι δυτικοί κύκλοι της εποχής θεώρησαν αυτή τη γλώσσα «βρώμικη» και επινόησαν μια τεχνητή μορφή γλώσσας, την καθαρεύουσα, «μιμούμενη την αρχαία ελληνική».



