Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, με τις επιθέσεις των ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, αλλά και της Τεχεράνης -ως αντίποινα- στις χώρες του Κόλπου, προκαλεί αλυσιδωτές γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειες, με τις αγορές να αναστατώνονται και τη Ρωσία να εμφανίζεται ως ένας από τους βασικούς ωφελημένους της νέας κρίσης.
Την ώρα που το καθεστώς της Τεχεράνης δοκιμάζεται από τις στρατιωτικές πιέσεις, η Μόσχα ενισχύει τη θέση της στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, ενώ το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας μετατοπίζεται από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το καθεστώς στην Τεχεράνη έχει βρεθεί στα όρια της κατάρρευσης έπειτα από 12 ημέρες επιθέσεων από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Σε αυτή την περίοδο, σημειώνει το Carnegie Russia Eurasia Center στο Βερολίνο, το Ιράν θα μπορούσε να είχε ωφεληθεί σημαντικά από την υποστήριξη των συμμάχων του, ιδιαίτερα από τις χώρες του λεγόμενου «κακού» άξονα «CRINK» – Κίνα, Ρωσία, Ιράν και Βόρεια Κορέα.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής ούτε η Μόσχα ούτε το Πεκίνο έχουν προσφέρει απτή βοήθεια, περιοριζόμενοι σε δημόσια κριτική προς τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Η ερευνήτρια του Washington Institute for Near East Policy, Άννα Μπορστσέφσκαγια, μιλώντας στο Radio Free Europe/Radio Liberty (RFL/RL), σημείωσε ότι πριν από τον πόλεμο πολλοί αναλυτές αναρωτιούνταν εάν η Ρωσία θα προσπαθούσε να σώσει το ιρανικό καθεστώς.
«Αλλά ποτέ δεν επρόκειτο να το κάνει αυτό», είπε.
«Και στην πραγματικότητα, δεν νομίζω ότι ούτε το ίδιο το ιρανικό καθεστώς περίμενε από τη Ρωσία να το κάνει».
Αντόνιο Κόστα: Ρωσία, «ο μοναδικός νικητής»
Την ίδια στιγμή, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η χώρα που αποκομίζει τα μεγαλύτερα οφέλη από την κρίση είναι η Ρωσία.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, δήλωσε ότι η Μόσχα αποτελεί τον μοναδικό σαφή κερδισμένο από τον πόλεμο κατά του Ιράν, καθώς η παγκόσμια αγορά ενέργειας αναστατώνεται και η διεθνής προσοχή απομακρύνεται από τον τετραετή πόλεμο στην Ουκρανία.
«Μέχρι στιγμής, υπάρχει μόνο ένας νικητής σε αυτόν τον πόλεμο – η Ρωσία», είπε χαρακτηριστικά σε ομιλία του προς τους πρέσβεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες την Τρίτη.
Όπως πρόσθεσε, «κερδίζει νέους πόρους για να χρηματοδοτήσει τον πόλεμό της κατά της Ουκρανίας καθώς οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται. Επωφελείται από την εκτροπή στρατιωτικών δυνατοτήτων που διαφορετικά θα μπορούσαν να είχαν σταλεί για να στηρίξουν την Ουκρανία. Και επωφελείται από τη μειωμένη προσοχή στο ουκρανικό μέτωπο καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή παίρνει κεντρική θέση».
Η πετρελαϊκή «ανάσα» για τη ρωσική οικονομία
Οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στο Ιράν έχουν προκαλέσει εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, ενισχύοντας την κύρια πηγή εσόδων της ρωσικής οικονομίας και διευκολύνοντας τον Βλαντίμιρ Πούτιν να συνεχίσει την πολεμική προσπάθεια στην Ουκρανία.
Μετά τον βομβαρδισμό ιρανικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων από το Ισραήλ το Σαββατοκύριακο, οι τιμές του αργού πετρελαίου αναφοράς ξεπέρασαν τα 100 δολάρια το βαρέλι, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το καλοκαίρι του 2022, όταν οι αγορές είχαν αναστατωθεί μετά τη ρωσική πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία.
Για τη Ρωσία, η άνοδος των τιμών αποτελεί σημαντική οικονομική ανάσα σε μια κρίσιμη συγκυρία, καθώς το κόστος τεσσάρων ετών πολέμου στην Ουκρανία απειλούσε να μετατραπεί σε εσωτερική οικονομική κρίση.
Παρότι η επίθεση στο Ιράν μπορεί να υπονομεύει τον ισχυρισμό της Μόσχας ότι στηρίζει τους συμμάχους της, στην πράξη ήδη ωφελεί τη ρωσική οικονομία και, κατ’ επέκταση, την πολεμική της προσπάθεια στην Ουκρανία.
Έτσι, το Κρεμλίνο βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση ώστε να αναδειχθεί σε έναν από τους κύριους κερδισμένους της διευρυνόμενης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Το ιστορικό της στρατηγικής σχέσης Μόσχας – Τεχεράνης
Οι σχέσεις Μόσχας και Τεχεράνης έχουν γίνει ιδιαίτερα στενές τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, όταν οι δυτικές κυρώσεις δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για βαθύτερη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.
Από την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας το 2022, οι δύο πλευρές έχουν πραγματοποιήσει πολυάριθμες υψηλού επιπέδου επισκέψεις, έχουν υπογράψει συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας και έχουν ενισχύσει τους στρατιωτικούς τους δεσμούς.
Η Μόσχα έχει αγοράσει από την Τεχεράνη οπλικά συστήματα αξίας άνω των 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων, κυρίως μη επανδρωμένα αεροσκάφη καμικάζι τύπου Shahed.
Σε αντάλλαγμα, η Ρωσία έχει πουλήσει στο Ιράν εκπαιδευτικά αεροσκάφη, επιθετικά ελικόπτερα, τεθωρακισμένα οχήματα και τυφέκια.
Παράλληλα, οι δύο χώρες αναζητούν τρόπους παράκαμψης των δυτικών κυρώσεων και έχουν ανταλλάξει τεχνογνωσία σε τεχνολογίες επιτήρησης, ενώ το Ιράν υπέγραψε το 2023 συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση υπό ρωσική ηγεσία.
Πληροφορίες για στοχευμένα πλήγματα κατά των ΗΠΑ
Όπως ανέφερε πρώτη η Washington Post, η Ρωσία φέρεται να έχει μεταβιβάσει στους Ιρανούς δεδομένα για τις θέσεις αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στη Μέση Ανατολή και στον Περσικό Κόλπο, συμπεριλαμβανομένων πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών.
Τρεις Αμερικανοί αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν σε γενικές γραμμές τις πληροφορίες αυτές στο RFE/RL, χωρίς όμως να δώσουν περισσότερες λεπτομέρειες.
Μεταξύ των ευαίσθητων στόχων που έχουν πληγεί από το Ιράν μετά την έναρξη της εκστρατείας της 28ης Φεβρουαρίου, περιλαμβάνονται και τμήματα του προηγμένου συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας Terminal High Altitude Area Defense (THAAD), το οποίο χρησιμοποιείται τόσο από αμερικανικές εγκαταστάσεις όσο και από συμμάχους των ΗΠΑ, όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η ερευνήτρια για το Ιράν στο γαλλικό πανεπιστήμιο Sciences Po, Νικόλ Γκραγιέφσκι, εκτιμά ότι η Ρωσία πιθανότατα παρέχει ηλεκτρονικές πληροφορίες αλλά και «ζωντανές δυναμικές πληροφορίες στόχευσης», δηλαδή δεδομένα που επιτρέπουν την εκτόξευση drones και πυραύλων με πολύ μικρή προειδοποίηση.
Η Γκραγιέφσκι εκτιμά ότι η Μόσχα έχει συγκεκριμένο στρατηγικό κίνητρο.
«Η κατανόησή μου είναι ότι ο λόγος που οι Ρώσοι το κάνουν αυτό είναι τουλάχιστον για να παρατείνουν το πλήγμα στη μάχη, για να αποσπάσουν την προσοχή» των ΗΠΑ και του Ισραήλ, είπε.
Όπως πρόσθεσε, «βλέπουν το Ιράν να περνάει κάπως μια παρόμοια κατάσταση» με αυτή που βιώνει η Ρωσία στην Ουκρανία, όπου οι ΗΠΑ και πιθανόν άλλες χώρες του ΝΑΤΟ έχουν παράσχει λεπτομερείς πληροφορίες στόχευσης στις ουκρανικές δυνάμεις.
«Θεωρούν ότι βρίσκονται σε κατάσταση όπου [στραγγαλίζονται], περικυκλώνονται και τιμωρούνται από τη Δύση», σημείωσε.
Με άλλα λόγια, εάν η Ρωσία καταφέρει να αναγκάσει την Ουάσιγκτον να χρησιμοποιήσει περισσότερα οπλικά συστήματα στη σύγκρουση με το Ιράν, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει λιγότερα όπλα διαθέσιμα για την Ουκρανία — όπως για παράδειγμα τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας Patriot που το Κίεβο ζητά απεγνωσμένα.
Ουκρανία – Τραμπ – Πούτιν
Στο μέτωπο της Ουκρανίας, Ρωσία και Ουκρανία πραγματοποίησαν πέρυσι τρεις γύρους συνομιλιών στην Τουρκία και φέτος αρκετές ακόμη συναντήσεις με τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ στο Άμπου Ντάμπι και τη Γενεύη.
Ωστόσο, οι δύο πλευρές παραμένουν πολύ μακριά από συμφωνία, ιδίως στο ζήτημα της απαίτησης της Μόσχας να παραχωρήσει η Ουκρανία τον πλήρη έλεγχο της ανατολικής περιοχής του Ντονέτσκ.
Τη Δευτέρα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και ο Ρώσος ομόλογός του Βλαντίμιρ Πούτιν είχαν την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία τους για το 2026, κατά τη διάρκεια της οποίας συζήτησαν τόσο τον πόλεμο στο Ιράν όσο και εκείνον στην Ουκρανία.
Το Κρεμλίνο δήλωσε ότι το ενδεχόμενο άρσης των αμερικανικών κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο δεν συζητήθηκε λεπτομερώς με την Ουάσιγκτον, αλλά σημείωσε ότι οι αμερικανικές ενέργειες στοχεύουν στη σταθεροποίηση των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών.
Επιστροφή στην Ευρώπη και χαλάρωση κυρώσεων
Μετά την τηλεφωνική αυτή επικοινωνία, ο Πούτιν δήλωσε ότι η Ρωσία —ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο και κάτοχος των μεγαλύτερων αποθεμάτων φυσικού αερίου— είναι έτοιμη να συνεργαστεί ξανά με τους Ευρωπαίους πελάτες της, εάν αυτοί επιθυμούν την επανέναρξη μακροπρόθεσμης συνεργασίας.
Πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, η Ευρώπη αγόραζε πάνω από το 40% του φυσικού αερίου της από τη Ρωσία.
Μέχρι το 2025, όμως, οι συνδυασμένες πωλήσεις ρωσικού αερίου μέσω αγωγών και υγροποιημένου φυσικού αερίου αντιστοιχούσαν μόλις στο 13% των συνολικών εισαγωγών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Την ίδια ημέρα, ο Τραμπ δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα άρει ορισμένες κυρώσεις σε χώρες που παράγουν πετρέλαιο προκειμένου να συγκρατήσει τις τιμές της ενέργειας, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει ποιες χώρες θα επηρεαστούν.
Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, ο Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο να χαλαρώσει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας.
Ήδη την προηγούμενη εβδομάδα, ανακοινώθηκε 30ήμερη εξαίρεση από τις κυρώσεις για τις πωλήσεις ρωσικού πετρελαίου προς την Ινδία, ώστε η χώρα να αντιμετωπίσει τις περικοπές στην προμήθεια από τη Μέση Ανατολή.
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και η ρωσική «εγγύηση»
Καθώς η σύρραξη έχει οδηγήσει στο ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ -από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου- πολλές χώρες στρέφονται πλέον στη Μόσχα για να καλύψουν τα κενά στον εφοδιασμό τους.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, επιβεβαίωσε την αυξανόμενη ζήτηση: «Παρατηρούμε σημαντική αύξηση της ζήτησης για ρωσικούς ενεργειακούς πόρους σε σχέση με τον πόλεμο στο Ιράν. Η Ρωσία ήταν και παραμένει ένας αξιόπιστος προμηθευτής πετρελαίου και φυσικού αερίου — συμπεριλαμβανομένου του αερίου που μεταφέρεται μέσω αγωγών και του υγροποιημένου φυσικού αερίου».
Παράλληλα, σημείωσε ότι «επίσης, παραμένει σε θέση να εγγυηθεί τη συνέχιση όλων των παραδόσεων για τις οποίες έχουν συναφθεί συμβάσεις».



