Η ανθεκτικότητα του μνημείου της Ακρόπολης απέναντι στους σεισμούς αποτελεί εδώ και δεκαετίες αντικείμενο μελέτης για τους επιστήμονες, οι οποίοι προσπαθούν να εξηγήσουν πώς καταφέρνει να αντέχει, σε μια χώρα με έντονη σεισμική δραστηριότητα.
Οι περισσότεροι ειδικοί εκτιμούν ότι καθοριστικό ρόλο στη σταθερότητα του μνημείου διαδραματίζει ο τρόπος κατασκευής του. Ιδιαίτερα, η χρήση σπονδυλωτών κιόνων φαίνεται να αποτελεί ένα από τα βασικά «μυστικά» που διατηρούν την Ακρόπολη των Αθηνών ακέραιη. Οι κίονες έχουν τοποθετηθεί έτσι ώστε να επιτρέπεται μια ελεγχόμενη μετακίνηση, με ελάχιστη τριβή και, κατά συνέπεια, περιορισμένη καταπόνηση σε περίπτωση σεισμικών δονήσεων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η τεχνική δεν αποτελεί μοναδικό χαρακτηριστικό του Παρθενώνα, αλλά συναντάται και σε πολλούς άλλους αρχαιοελληνικούς ναούς της ίδιας περιόδου. Ορισμένοι από αυτούς έχουν επίσης αντέξει στον χρόνο και στις δοκιμασίες των σεισμών.
Η Ακρόπολη των Αθηνών, πέρα από την ιδιαίτερη τεχνική κατασκευής των κιόνων της, φαίνεται ότι ευνοήθηκε και από τη γεωλογική σύσταση του βράχου στον οποίο είναι χτισμένη, καθώς και από την απουσία κοντινού ενεργού ρήγματος ικανού να προκαλέσει σεισμό που θα μπορούσε να την απειλήσει σοβαρά.
Υπάρχει, πάντως, και μια διαφορετική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία ο Παρθενώνας —όπως και άλλα μνημεία— θα μπορούσε να απειληθεί από έναν ισχυρό σεισμό, ακόμη κι αν το επίκεντρο δεν βρίσκεται στην Αττική. 
Κατά τη συγκεκριμένη άποψη, κίνδυνος ενδέχεται να προκύψει από σεισμικές δονήσεις που προέρχονται από απόσταση 100 έως 200 χιλιομέτρων, εφόσον είναι αρκετά ισχυρές. Ο Κυριαζής Πιτιλάκης, καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, επισημαίνει ότι ο βράχος της Ακρόπολης είναι ιδιαίτερα ευάλωτος σε σεισμούς που, πέρα από μεγάλη ένταση, έχουν και σημαντική διάρκεια.
Ωστόσο, οι περισσότεροι σεισμοί που έχουν καταγραφεί σε αυτή την «κρίσιμη» απόσταση δεν διαθέτουν ούτε τη διάρκεια ούτε την ενέργεια που απαιτείται για να προκαλέσουν κατάρρευση του Παρθενώνα ή άλλων μνημείων της περιοχής, όπως τα Προπύλαια.
Σε γενικές γραμμές, η πλειονότητα της επιστημονικής κοινότητας συγκλίνει στην εκτίμηση ότι οι σεισμοί που παρατηρούνται στον ελλαδικό χώρο —λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη διάρκεια, την απόσταση και το εστιακό τους βάθος— δεν επαρκούν για να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο το μνημείο.
Αυτό, βέβαια, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ενός εξαιρετικά σπάνιου και ακραίου γεγονότος, κάτι που ισχύει για κάθε περιοχή της Ελλάδας και δεν αφορά αποκλειστικά την Αθήνα. Προς το παρόν, οι ειδικοί εμφανίζονται σχετικά καθησυχαστικοί —όσο τους επιτρέπει η ίδια η φύση των σεισμών, που παραμένει σε μεγάλο βαθμό απρόβλεπτη και εξακολουθεί να κρύβει πολλές άγνωστες πτυχές, παρά την επιστημονική πρόοδο.
Σε μελέτη του 1996, που δημοσιεύθηκε στον τόμο Archaeoseismology (σε επιμέλεια των Στ. Στείρου και Ρ. Τζόουνς) με τίτλο «Σεισμικές φθορές στα μνημεία της Ακρόπολη των Αθηνών», ο Μανόλης Κορρές επισημαίνει ότι, παρόλο που η Αθήνα επλήγη από αρκετούς σεισμούς τον τελευταίο αιώνα, μόνο εκείνος του 1981 —έντασης 6,7 Ρίχτερ και με επίκεντρο περίπου 70 χιλιόμετρα μακριά— προκάλεσε ελάχιστη μετατόπιση, μικρότερη του ενός εκατοστού, στους γωνιακούς κίονες της ανατολικής πλευράς του μνημείου. Αντίθετα, ακόμη και ο ισχυρός μετασεισμός των 6,4 Ρίχτερ δεν προκάλεσε καμία απολύτως μετακίνηση.
Ιστορικά, έχει αποδειχθεί ότι η Ακρόπολη των Αθηνών έχει απειληθεί πολύ περισσότερο από ανθρώπινες παρεμβάσεις παρά από φυσικά φαινόμενα.
Σημαντικές καταστροφές προκάλεσαν η πυρκαγιά του 267 μ.Χ., μετά την επιδρομή βαρβαρικών φύλων, καθώς και ο βομβαρδισμός από τον Φραντσέσκο Μοροζίνι κατά τον ενετοτουρκικό πόλεμο το 1687.
Ωστόσο, ακόμη πιο επιβαρυντικές αποδείχθηκαν οι επεμβάσεις που έγιναν αργότερα στο πλαίσιο αναστηλωτικών εργασιών. Η χρήση υλικών όπως ο σίδηρος —ασύμβατος με το μάρμαρο και ιδιαίτερα ευαίσθητος στις μεταβολές της θερμοκρασίας— προκάλεσε σε πολλές περιπτώσεις μεγαλύτερες φθορές από εκείνες που επιχειρούσε να αποκαταστήσει.
Τις τελευταίες δεκαετίες, οι επιστήμονες έχουν αποκτήσει πολύ βαθύτερη κατανόηση τόσο των ιδιαιτεροτήτων του Παρθενώνα όσο και των μηχανισμών των σεισμών. Αυτό επιτρέπει, σε σημαντικό βαθμό, όχι μόνο την πιο αποτελεσματική συντήρηση του μνημείου αλλά και τη λήψη προληπτικών μέτρων.



