Με θετικό πρόσημο αλλά χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης έκλεισε το Α’ τρίμηνο του 2026 για τα ξενοδοχεία της Αθήνας και της Αττικής, με την αγορά να εκπέμπει μηνύματα προσοχής εν μέσω διεθνούς αβεβαιότητας.
Θετική, αλλά με εμφανή σημάδια επιβράδυνσης, καταγράφεται η πορεία των ξενοδοχείων της Αθήνας – Αττικής κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Σύμφωνα με τα Στοιχεία Κίνησης & Απόδοσης (Benchmarking) ξενοδοχείων Αθήνας- Αττικής
, η μέση πληρότητα αυξήθηκε κατά 2,4%, η μέση τιμή δωματίου (ADR) κατά 2% και το έσοδο ανά διαθέσιμο δωμάτιο (RevPAR) κατά 4,5%. Ωστόσο, οι επιδόσεις αυτές υπολείπονται των αντίστοιχων ρυθμών ανάπτυξης του 2024, όταν η αύξηση ήταν σημαντικά υψηλότερη.
Η ανάλυση των μηνιαίων στοιχείων δείχνει ότι η θετική δυναμική των πρώτων μηνών του έτους εξασθενεί τον Μάρτιο. Τόσο η πληρότητα όσο και οι βασικοί οικονομικοί δείκτες παρουσιάζουν πιο ήπια εικόνα, ενώ σε ορισμένες κατηγορίες ξενοδοχείων καταγράφονται ακόμη και μηδενικές ή αρνητικές μεταβολές.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας, με γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις να επηρεάζουν το συνολικό κλίμα και να καθιστούν αναγκαία την προσεκτική αξιολόγηση των δεδομένων.
Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Αθηνών (ΕΞΑ), Ευγένιος Βασιλικός, η αγορά διατηρεί θετική εικόνα, ωστόσο η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης και οι διεθνείς εξελίξεις δημιουργούν νέα δεδομένα.
Ο ίδιος τονίζει ότι σε περιόδους αβεβαιότητας, οι βραχυπρόθεσμες αποφάσεις – όπως η διαχείριση των τιμών – αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς ενδέχεται να επηρεάσουν τη μεσομακροπρόθεσμη πορεία του προορισμού.
Παράλληλα, η ΕΞΑ παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τα μέλη της, προχωρώντας σε έκτακτες συναντήσεις για την καλύτερη κατανόηση της κατάστασης και τον συντονισμό των κινήσεων της αγοράς.
Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται εκ νέου η ανάγκη για έναν ολοκληρωμένο στρατηγικό σχεδιασμό για τον τουρισμό της Αθήνας, με ορίζοντα 15ετίας, που θα λαμβάνει υπόψη τη φέρουσα ικανότητα της πόλης και την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη διαχείριση του συνολικού αριθμού των διαθέσιμων κλινών, καθώς η αύξηση των τουριστικών καταλυμάτων – συμπεριλαμβανομένων των βραχυχρόνιων μισθώσεων – επηρεάζει τη λειτουργικότητα της πόλης και την ποιότητα ζωής των κατοίκων.
Την ίδια στιγμή, υπογραμμίζεται η σημασία των υποδομών για τη μελλοντική ανάπτυξη του προορισμού, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη σχεδιαζόμενη αξιοποίηση του κλειστού του Ταεκβοντό ως μητροπολιτικού συνεδριακού κέντρου διεθνών προδιαγραφών, που αναμένεται να συμβάλει στην ενίσχυση του συνεδριακού τουρισμού και στη μείωση της εποχικότητας.
Σε ένα περιβάλλον διαρκών μεταβολών, η ανθεκτικότητα της Αθήνας ως προορισμού φαίνεται να εξαρτάται όλο και περισσότερο από τη στρατηγική διαχείριση, τη συνεργασία των φορέων και τη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ ανάπτυξης και βιωσιμότητας.



