Την πρώτη του συνέντευξη του έπειτα από σχεδόν τρία χρόνια μετά την παραίτησή του, έδωσε ο Αλέξης Τσίπρας το βράδυ της Πέμπτης, 2 Απριλίου, στο «Ενώπιος Ενωπίω» και τον Νίκο Χατζηνικολάου.
«Το τρίτο μνημόνιο δεν ήταν το χειρότερο»
«Να μιλήσουμε με αριθμούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τα νομοθετημένα μέτρα, αν δείτε τα μεσοπρόθεσμα προγράμματα στρατηγικής που ψηφίστηκαν στη Βουλή το διάστημα 2010-2014, η φορολογική επιβάρυνση ήταν 20,4 δισ. ευρώ. Το διάστημα 2015-2018, η φορολογική επιβάρυνση ήταν 4,1 δισ. ευρώ. Έχει περάσει στον μέσο Έλληνα ότι το τρίτο μνημόνιο ήταν αυτό που έφερε τη φοροεπιδρομή».
«Σας προκαλώ αύριο, γιατί προφανώς δεν τα έχετε πρόχειρα, να πάρετε αυτά τα νούμερα, να τα συγκρίνετε και να μου πείτε αν το 4 είναι μεγαλύτερο από το 20. Προφανώς και δεν είμαι εγώ αυτός που θα πει ότι είναι αλλιώς να προσδοκάς ότι τα 20 θα μειωθούν και αλλιώς να αυξάνονται. Καμία αντίρρηση. Αλλά ποιο είναι το χειρότερο μνημόνιο; Επίσης, ήταν το μόνο πρόγραμμα που μας έδινε προοπτική εξόδου».
Αναφερόμενος στο δημοψήφισμα του 2015, σημείωσε ότι δεν υπήρχε περιθώριο για καλύτερη συμφωνία εκείνη την περίοδο, υποστηρίζοντας πως «οι δυνάμεις που επιδίωκαν την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη είχαν ήδη επικρατήσει». Τόνισε επίσης ότι η κρίση της χώρας δεν ξεκίνησε το 2015, αλλά αποδίδεται κυρίως σε προηγούμενες κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.
Σχετικά με το τρίτο μνημόνιο και τον χαρακτηρισμό του ως «αχρείαστου», άσκησε κριτική στον Αντώνη Σαμαρά, λέγοντας ότι παρέδωσε τη χώρα με άδεια ταμεία και υψηλό κόστος δανεισμού. Όπως εξήγησε, με τόσο υψηλά επιτόκια καμία χώρα δεν μπορεί να δανειστεί από τις αγορές, με αποτέλεσμα οι μοναδικές επιλογές να είναι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πρόσθεσε ότι η Ελλάδα είχε να αποπληρώσει τεράστιες υποχρεώσεις, ενώ τα δημόσια ταμεία ήταν άδεια, απορρίπτοντας έτσι τον ισχυρισμό ότι το μνημόνιο ήταν περιττό.
Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι «οι προσδοκίες που δημιουργήθηκαν ήταν μεγαλύτερες από αυτές που μπορούσαν να υλοποιηθούν».
Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, υποστήριξε ότι, αν το επιθυμούσε, θα μπορούσε να είχε οδηγήσει τη χώρα σε αυτή την κατεύθυνση το βράδυ του δημοψηφίσματος, αλλά δεν το έκανε.
«Αν ήμουν ανόητος, μετά το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα μπορούσα να πάρω τη χώρα όπου θέλω»
«Παραδέχομαι ότι οι προσδοκίες που δημιουργήσαμε ήταν μεγαλύτερες από αυτές που μπορούσαμε να διαχειριστούμε. Παραδέχομαι ότι, για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε, έπρεπε να βρούμε μια συμφωνία με την ΕΕ. Μόνο αν ήμουν ανόητος θα είχα στο τραπέζι το ενδεχόμενο της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Αν ήμουν ανόητος, μετά το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, μπορούσα να πάρω τη χώρα και να την πάω όπου θέλω.
Το σχέδιό μου ήταν ριψοκίνδυνο, αλλά είχε αρχή, μέση και τέλος. Ήταν μια κίνηση σε μια σκακιέρα, αλλά έβλεπα και τρεις κινήσεις μπροστά. Παρά το γεγονός ότι έκλεισαν οι τράπεζες, λίγες ημέρες μετά, στο δημοψήφισμα, πήραμε 63%. Αν δεν υπήρχε αυτό, δεν υπήρχε περίπτωση η Ελλάδα να ορθοποδήσει».
«Έπρεπε να κλείσουμε τις τράπεζες την επομένη των εκλογών»
«Πού είδατε την υποθηκευμένη περιουσία στο Υπερταμείο; Το Υπερταμείο είναι μια εταιρεία συμμετοχών και έχει στόχο όχι την εκποίηση, αλλά την αξιοποίηση της περιουσίας. Είδατε καμία εκποίηση;
Μας έκλεισαν τις τράπεζες. Έπρεπε να τις κλείσουμε εμείς την επομένη των εκλογών, για να μην έχουμε τον εκβιασμό “σας δίνουμε, δεν σας δίνουμε”. Τα capital controls επέφεραν ένα μικρό δημοσιονομικό κόστος. Σήμερα δεν έχουμε capital controls στις τράπεζες, αλλά έχουμε στο σούπερ μάρκετ και στην ενέργεια. Τα μεγαλύτερα και τα χειρότερα έχουμε σήμερα».



