Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η κλιμάκωση της έντασης στην ευρύτερη περιοχή έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία στους πολίτες πολλών ευρωπαϊκών χωρών, μεταξύ των οποίων και της Ελλάδας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις της Opinion Poll και της Pulse, το 85,4% και το 79% των πολιτών αντίστοιχα δηλώνουν ότι ανησυχούν για τις γεωστρατηγικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τις πιθανές επιπτώσεις τους για την Ελλάδα.
Η έντονη αυτή ανησυχία αντανακλά όχι μόνο τη γεωπολιτική αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και την ευρύτερη αίσθηση ανασφάλειας που διαμορφώνεται σε μια κοινωνία όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με κρίσεις των οποίων οι πιθανές επιπτώσεις δεν είναι εύκολο να εκτιμηθούν.
Ωστόσο, πέρα από τις αντικειμενικές γεωπολιτικές εξελίξεις, η ένταση της κοινωνικής ανησυχίας συνδέεται συχνά και με έναν ακόμη παράγοντα: τον τρόπο με τον οποίο μεταδίδονται οι πληροφορίες και διαμορφώνεται το δημόσιο κλίμα γύρω από μια διεθνή κρίση.
Στο σύγχρονο πληροφοριακό περιβάλλον, όπου η ενημέρωση διαμορφώνεται όχι μόνο από τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης αλλά και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι ειδήσεις για πολεμικές συγκρούσεις συχνά μεταδίδονται με δραματοποιημένο τρόπο, δίνοντας έμφαση σε σενάρια κλιμάκωσης και καταστροφικών εξελίξεων που προβάλλονται ως θέαμα και βασίζονται, σε αρκετές περιπτώσεις, σε ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες.
Επιπλέον, η επιστημονική έρευνα έχει δείξει ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επηρεάζουν σημαντικά την αντίληψη των πολιτών σχετικά με το πως να αντιληφθούν μια κρίση, τόσο μέσω του καθορισμού της δημόσιας θεματολογίας (agenda setting) όσο και μέσω της πλαισίωσης (framing) των γεγονότων, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο επιλέγουν να παρουσιάσουν και να ερμηνεύσουν τα δεδομένα μιας κρίσης ή τα γεγονότα ενός πολέμου.
Στο πλαίσιο αυτό, η ένταση και η συχνότητα με την οποία προβάλλεται ένα θέμα από τα μέσα ενημέρωσης διαμορφώνει τη δημόσια θεματολογία και επηρεάζει την αντίληψη των πολιτών για τη σημασία του.
Παράλληλα, η συνεχής αναπαραγωγή εικόνων πολέμου, καταστροφής και πιθανών απειλών μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση ανασφάλειας των πολιτών και να δημιουργήσει ένα κλίμα αβεβαιότητας και φόβου που επηρεάζει συνολικά την ψυχολογία της κοινωνίας, υπερβαίνοντας πολλές φορές τις πραγματικές διαστάσεις της απειλής.
Σε τέτοιες συνθήκες, η απουσία συστηματικής και ψύχραιμης θεσμικής ενημέρωσης μπορεί να ενισχύσει τη σύγχυση, να ευνοήσει την τεχνητή κατασκευή ή διόγκωση του κινδύνου για λόγους ακροαματικότητας ή άλλων σκοπιμοτήτων και να αφήσει χώρο στην αναπαραγωγή φημών που διαστρεβλώνουν τα γεγονότα, στην παραπληροφόρηση και στην παραπλάνηση της κοινής γνώμης.
Συνεπώς, η διαχείριση της πληροφορίας σε περιόδους κρίσης ή πολέμου αποτελεί πλέον κρίσιμο στοιχείο τόσο της εθνικής όσο και της κοινωνικής ανθεκτικότητας.
Οι σύγχρονες υβριδικές απειλές δεν στοχεύουν μόνο στις στρατιωτικές υποδομές ή στις οικονομίες των κρατών, αλλά και στην ψυχολογία των πολιτών, επιδιώκοντας να δημιουργήσουν φόβο, ανασφάλεια, σύγχυση και κοινωνική πόλωση.
Με άλλα λόγια, στον σύγχρονο υβριδικό πόλεμο η γραμμή άμυνας δεν βρίσκεται μόνο στα σύνορα ενός κράτους, αλλά εκτείνεται στο μυαλό, στην ψυχολογία και στο ηθικό των πολιτών, όπου κρίνεται η αντοχή και η συνοχή της κοινωνίας.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται η σημασία της κοινωνικής ανθεκτικότητας, δηλαδή της ικανότητας μιας κοινωνίας να αντέχει, να προσαρμόζεται και να ανακάμπτει από κρίσεις και απειλές, διατηρώντας τη συνοχή της και τη λειτουργία των βασικών θεσμών της.
Πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι η κοινωνική ανθεκτικότητα δεν αφορά μόνο την αποτελεσματικότητα του κράτους ή των μηχανισμών ασφαλείας, αλλά και τη συνολική στάση της κοινωνίας απέναντι στις κρίσεις.
Οι κοινωνίες που διαθέτουν υψηλό επίπεδο κοινωνικής ανθεκτικότητας μπορούν να αντιμετωπίζουν τις κρίσεις με μεγαλύτερη ψυχραιμία, να απορροφούν τους κραδασμούς και να προσαρμόζονται πιο αποτελεσματικά στις νέες συνθήκες.
Αντίθετα, οι κοινωνίες με χαμηλότερο επίπεδο ανθεκτικότητας είναι περισσότερο ευάλωτες στον φόβο, την ανασφάλεια, την παραπληροφόρηση και τις κοινωνικές εντάσεις.
Σύμφωνα με τη Θεωρία της Κοινωνικής Ανθεκτικότητας, οι κρίσεις δεν αποτελούν πλέον εξαιρετικά γεγονότα, αλλά ένα μόνιμο χαρακτηριστικό του σύγχρονου διεθνούς περιβάλλοντος.
Για τον λόγο αυτό, η ανθεκτικότητα δεν αποτελεί μια στατική ιδιότητα ενός κράτους, αλλά μια δυναμική διαδικασία μέσα από την οποία οι κοινωνίες μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν, να προσαρμόζονται και να μετασχηματίζονται απέναντι σε νέες απειλές, διαθέτοντας τρεις βασικές ικανότητες.
Η πρώτη είναι η ικανότητα άμεσης αντιμετώπισης μιας κρίσης, δηλαδή η δυνατότητα να απορροφά το αρχικό σοκ.
Η δεύτερη είναι η ικανότητα προσαρμογής σε νέες συνθήκες, όταν μια κρίση διαρκεί περισσότερο από το αναμενόμενο.
Και η τρίτη είναι η ικανότητα μετασχηματισμού, δηλαδή η δυνατότητα μιας κοινωνίας να βελτιώνει τους θεσμούς και τις δομές της ώστε να είναι πιο ανθεκτική απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζει το λεγόμενο «κοινωνικό κεφάλαιο» που σχετίζεται με την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς, τη συνεργασία μεταξύ πολιτών και κράτους, καθώς και τα δίκτυα αλληλεγγύης που αναπτύσσονται μέσα στην κοινωνία.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που έχει επενδύσει συστηματικά στην κοινωνική ανθεκτικότητα είναι το Ισραήλ. Λόγω της διαρκούς έκθεσής του σε απειλές ασφαλείας, το Ισραήλ έχει αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο σύστημα κοινωνικής προετοιμασίας για κρίσεις.
Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, η εκπαίδευση των πολιτών σε ζητήματα ανθεκτικότητας ξεκινά ήδη από το σχολείο, ενώ υπάρχουν σαφείς διαδικασίες ενημέρωσης και κινητοποίησης του πληθυσμού σε περίπτωση κρίσης ή πολέμου.
Παράλληλα, η συνεργασία μεταξύ κράτους, τοπικών αρχών και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη, ενώ ο εθελοντισμός και η κοινωνική κινητοποίηση αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής ζωής.
Η σύγκριση με το Ισραήλ αναδεικνύει πόσο σημαντική είναι η συστηματική προετοιμασία και η ανάπτυξη θεσμών και κουλτούρας κοινωνικής ανθεκτικότητας, στοιχεία που στην Ελλάδα εξακολουθούν να παραμένουν σε νηπιακό ή αρχικό στάδιο.
Σε αντίθεση με αυτή την προσέγγιση, στην Ελλάδα η συζήτηση για ζητήματα ασφάλειας εξακολουθεί να επικεντρώνεται κυρίως στη στρατιωτική διάσταση της άμυνας, ενώ η κοινωνική διάσταση της ασφάλειας, δηλαδή η προετοιμασία της κοινωνίας για την αντιμετώπιση κρίσεων, παραμένει λιγότερο ανεπτυγμένη.
Η εκπαίδευση των πολιτών για την αντιμετώπιση κρίσεων είναι περιορισμένη, οι μηχανισμοί ενημέρωσης της κοινωνίας δεν έχουν αναπτυχθεί πλήρως και η κουλτούρα κοινωνικής προετοιμασίας παραμένει σχετικά ασθενής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία στερείται δυνατοτήτων ανθεκτικότητας.
Αντίθετα, σε κρίσιμες στιγμές έχει αποδείξει ότι μπορεί να επιδείξει σημαντικά επίπεδα κοινωνικής αλληλεγγύης και συλλογικής κινητοποίησης.
Τα παραδείγματα της κινητοποίησης των πολιτών, τόσο κατά την αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης στον Έβρο τον Φεβρουάριο του 2020 όσο και κατά την κατάσβεση της καταστροφικής πυρκαγιάς που έπληξε τη Ρόδο τον Ιούλιο του 2023, αποτελούν ξεχωριστές περιπτώσεις μελέτης (case studies).
Ωστόσο, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η ανθεκτικότητα μιας κοινωνίας δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην αυθόρμητη αντίδραση των πολιτών σε περιόδους κρίσης.
Απαιτείται συστηματική προετοιμασία, θεσμικός σχεδιασμός και ανάπτυξη μιας ευρύτερης κουλτούρας κοινωνικής ανθεκτικότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της κοινωνικής ανθεκτικότητας στην Ελλάδα θα μπορούσε να αποτελέσει μια σημαντική στρατηγική προτεραιότητα που θα βασίζεται στις ακόλουθες βασικές κατευθύνσεις:
- Την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου εθνικού προγράμματος εκπαίδευσης των πολιτών για την αντιμετώπιση κρίσεων, το οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί τόσο στο εκπαιδευτικό σύστημα όσο και σε προγράμματα δια βίου μάθησης.
- Την ενίσχυση των μηχανισμών έγκυρης και αξιόπιστης ενημέρωσης της κοινωνίας σε περιόδους κρίσης, ώστε να περιορίζεται η παραπληροφόρηση και να ενισχύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
- Την ανάπτυξη ενός ευρύτερου πλαισίου συνεργασίας μεταξύ κράτους, τοπικής αυτοδιοίκησης και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών για την ενίσχυση της κοινωνικής προετοιμασίας απέναντι σε φυσικές καταστροφές, υγειονομικές κρίσεις ή υβριδικές απειλές.
- Την κατανόηση και αντιμετώπιση των υβριδικών απειλών στο πληροφοριακό και γνωστικό πεδίο, καθώς οι σύγχρονες κρίσεις διεξάγονται ολοένα και περισσότερο στο επίπεδο της πληροφορίας και της επιρροής των κοινωνιών.
- Τη διαμόρφωση κουλτούρας κοινωνικής ευθύνης και συλλογικής προετοιμασίας, με στόχο την ανύψωση του ηθικού, την καλλιέργεια εμπιστοσύνης και την ενδυνάμωση της ψυχολογικής αντοχής των πολιτών, ώστε να ενισχυθεί ουσιαστικά η ικανότητα της κοινωνίας να αντιμετωπίζει κρίσεις και να διατηρεί τη συνοχή της.
Εν κατακλείδι, σε έναν κόσμο αυξανόμενης αβεβαιότητας, όπου οι κρίσεις και οι συγκρούσεις αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό του διεθνούς περιβάλλοντος, η ισχύς ενός κράτους δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική, την οικονομική ή τεχνολογική του ισχύ, αλλά και από την ανθεκτικότητα της κοινωνίας του.
Συνεπώς, η ενίσχυση της κοινωνικής ανθεκτικότητας δεν αποτελεί απλώς μια γενικόλογη θεωρητική συζήτηση, αλλά μια κρίσιμη στρατηγική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας και τη διατήρηση της οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας, ιδιαίτερα σε ένα διεθνές περιβάλλον ολοένα και πιο ασταθές.
*Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος



