Η Μαριώ άνοιξε την καρδιά της στην εκπομπή «Super Κατερίνα», μιλώντας στον Στέφανο Κωνσταντινίδη για τη ζωή, την οικογένεια και τη διαδρομή της στο τραγούδι. Η σπουδαία ρεμπέτισσα δεν έκρυψε ποτέ τη βαθιά της σχέση με τη θρησκεία, αποκαλύπτοντας μάλιστα έναν συγγενικό δεσμό με τον Άγιο Παΐσιο.
«Βέβαια πιστεύω. Είναι να μην πιστεύω; Η οικογένειά μου είναι θρησκευόμενη. Η γιαγιά μου και η μαμά του Παΐσιου ήταν αδελφές. Ήταν πρώτα ξαδέλφια της μαμάς μου. Η μαμά μου ήταν απ’ τα Φάρασα και δεν ξέραμε ότι είναι συγγενείς μας», ανέφερε χαρακτηριστικά η Μαριώ.
Μαριώ: «Ο πατέρας μου δεν ήθελε να λέω ρεμπέτικα»
Η ίδια μεγάλωσε μέσα στη μουσική. Ο πατέρας της ήταν ντράμερ και από μικρή βρέθηκε στα πάλκα. Στα 13 της έπαιζε ήδη ακορντεόν. Ωστόσο, οι ενστάσεις δεν έλειψαν. «Ο μπαμπάς μου δεν ήθελε να τραγουδάω ρεμπέτικα. Τα θεωρούσε υποβαθμισμένα, αλήτικα τραγούδια. Δεν ήθελε να λέω χασικλίδικα», αποκάλυψε η Μαριώ.
Με λόγο αιχμηρό, υπερασπίστηκε το ρεμπέτικο ως κομμάτι της λαϊκής ιστορίας, αναφέροντας και τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον «πατριάρχη» του είδους, όπως τον χαρακτήρισε. «Άνθρωποι που έγραψαν την ιστορία της ζωής τους, τούς βάλαμε στην μπάντα. Και τώρα τους αξιολογούμε; Γιατί;», διερωτήθηκε.
«Με έλεγαν “η γυναίκα του δρόμου”»
Η νύχτα, όπως περιγράφει, δεν ήταν ρομαντική. Ήταν σκληρή. Σε ηλικία 19 ετών, ήρθε αντιμέτωπη με προκαταλήψεις: «Η τραγουδίστρια ήταν “η γυναίκα του δρόμου”. Άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν περνούσα. Δεν ήθελαν ούτε το θρόισμα του αέρα μου οι άνθρωποι και ξαφνικά ήρθε η στιγμή που γύρισα και λέω: “Τι είναι αυτά που κάνουν; Τι είναι αυτά που λένε;”. Δηλαδή εγώ, επειδή είμαι τραγουδίστρια και παίζω ακορντεόν, πάει να πει ότι είμαι και του δρόμου;”», είπε η Μαριώ
Όσον αφορά τις συμπεριφορές που συνάντησε στα μαγαζιά, δήλωσε πως: «Εγώ δεν έκανα ποτέ κονσομασιόν. Καμιά φορά μου είχαν πει, όταν ήμουνα στη Θεσσαλονίκη σε ένα μαγαζί, με κερνάγανε ένα ποτό, δεν το έπινα, λέω “ευχαριστώ δεν πίνω”, έστω, το πληρώνανε. Αλλά έβλεπα κάτι παράνομα πράγματα, λέω “κάτι χέρια κάτω”, λέω “τι γίνεται; Ποιος με πιάνει τα πόδια μου εδώ;”. Την άλλη φορά που πήγα, ήταν η πρώτη και τελευταία βέβαια μετά, με μια καρφίτσα στο σακάκι μου, στο ταγέρ μου, και τρυπούσα αμέσως μόλις άκουγα, έβλεπα, αισθανόμουνα, τους τρυπούσα τα χέρια με την καρφίτσα».



