Οι ελληνικές επιχειρήσεις επενδύουν στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά δεν είναι ακόμη έτοιμες να την ενσωματώσουν, με σχεδόν το 45% να αναφέρει ότι έχει ήδη υιοθετήσει ή πειραματιστεί με λύσεις AI, ωστόσο μόλις το 9% διαθέτει οργανωμένη δομή διακυβέρνησης και θεσμοθετημένο ρόλο για τον ψηφιακό μετασχηματισμό, σύμφωνα με νέα έρευνα σε περίπου 400 επιχειρήσεις.
Την ίδια στιγμή, το 50% δηλώνει ότι η έλλειψη γνώσεων και εμπειρίας αποτελεί το βασικότερο εμπόδιο, ενώ μόνο το 21% έχει συμμετάσχει σε εκπαιδευτικές δράσεις, αναδεικνύοντας ένα σαφές χάσμα μεταξύ ενδιαφέροντος και επιχειρησιακής ωριμότητας, όπως δείχνει έρευνα του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας, σε συνεργασία με τις BCG, Deloitte, EY-Parthenon και Octane, με θέμα «AI Playbook: Ενίσχυση της Ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής Οικονομίας μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης – Απελευθερώνοντας Δυναμική Κλίμακας για την Ελλάδα».
Κεντρικό πυλώνα της μελέτης αποτέλεσε η εκτεταμένη έρευνα πεδίου, στην οποία συμμετείχαν περίπου 400 επιχειρήσεις από όλη τη χώρα, καταθέτοντας τις εμπειρίες, τις προτεραιότητες, τους προβληματισμούς και τις ανάγκες τους σχετικά με την υιοθέτηση και ενσωμάτωση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης.
Ευρήματα της έρευνας: ενδιαφέρον με επιφυλάξεις
Η μελέτη και ο οδηγός για την ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην ελληνική επιχειρηματικότητα παρουσιάστηκε, πρόσφατα, σε εκδήλωση του ΕΒΕΑ και του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας και όπως επισημάνθηκε, σε μια οικονομία όπου η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων είναι μικρομεσαίες και οι διαρθρωτικές αδυναμίες περιορίζουν διαχρονικά την παραγωγικότητα και την κλίμακα, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει αρχικά ως εξισορροπητής και στη συνέχεια ως επιταχυντής ευκαιριών. Μπορεί να επιτρέψει στις ελληνικές επιχειρήσεις να ξεπεράσουν εγγενείς περιορισμούς, να καινοτομήσουν με ταχύτητα, να αποκτήσουν πρόσβαση σε διεθνείς αγορές και να ενισχύσουν τη συνολική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν πλέον την ΤΝ ως βασικό παράγοντα οργανωτικού και λειτουργικού μετασχηματισμού και οι εφαρμογές επικεντρώνονται κυρίως στη βελτίωση της αποδοτικότητας μέσω αυτοματοποίησης, στην ενίσχυση της εμπειρίας πελάτη και στη μείωση του λειτουργικού κόστους.
Παράλληλα, καταγράφεται έντονο ενδιαφέρον για περαιτέρω υποστήριξη: οι επιχειρήσεις ζητούν ενημέρωση για κόστη και νομοθεσία, εκπαιδευτικά προγράμματα, πρακτικές μεθοδολογίες υιοθέτησης, case studies και θεσμικές δομές υποστήριξης, όπως ένα εθνικό AI Hub. Την ίδια στιγμή, εκφράζονται επιφυλάξεις για τις επιπτώσεις της ΤΝ στην απασχόληση και ζητήματα πνευματικών δικαιωμάτων και ασφάλειας δεδομένων.
Ποιες προκλήσεις αναδεικνύει η έρευνα
Στο μεταξύ, από την έρευνα αναδεικνύονται μια σειρά από δομικές προκλήσεις που περιορίζουν τη συστηματική ενσωμάτωση της ΤΝ όπως:
Έλλειμμα δεξιοτήτων και γνώσης: Το 50% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι η έλλειψη γνώσεων και εμπειρίας στην ΤΝ αποτελεί βασικό εμπόδιο, ενώ το 28% αναφέρει ότι δεν διαθέτει εξειδικευμένο προσωπικό. Μόλις το 21% έχει συμμετάσχει σε ενημερωτικές ή εκπαιδευτικές δράσεις σχετικές με την ΤΝ. Η ποιότητα της πληροφόρησης αποτελεί επίσης πρόβλημα, με το 79% να ενημερώνεται κυρίως από τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο, ενώ μόλις το 31% από συμβούλους επιχειρήσεων και το 12% από εκπαιδευτικούς οργανισμούς. Επιπλέον, σχεδόν οι μισοί συμμετέχοντες (48%) θεωρούν ότι την ευθύνη για το upskilling και reskilling των εργαζομένων την έχουν οι ίδιοι οι εργοδότες.
Οργανωτική και θεσμική ετοιμότητα: Το 48% δεν διαθέτει υπεύθυνο για τον ψηφιακό μετασχηματισμό ή την ΤΝ, το 43% έχει έναν άτυπο υπεύθυνο και μόλις το 9% έχει θεσμοθετημένο ρόλο με σαφή αρμοδιότητα για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση τέτοιων πρωτοβουλιών. Στις μικρότερες επιχειρήσεις (κάτω των 10 εργαζομένων), το ποσοστό απουσίας θεσμοθετημένων ρόλων φτάνει το 55%. Αντιθέτως, στις μεγαλύτερες εταιρείες (άνω των 250 εργαζομένων), το 53% διαθέτει εξειδικευμένο υπεύθυνο.
Περιορισμένη ενσωμάτωση στον επιχειρησιακό πυρήνα: Παρότι το 45% των επιχειρήσεων έχει ήδη εφαρμόσει ή δοκιμάσει λύσεις Τεχνητής Νοημοσύνης, η έρευνα καταδεικνύει ότι η υιοθέτηση παραμένει συγκεντρωμένη κυρίως σε λειτουργίες που αφορούν τον πελάτη: μάρκετινγκ και ανάλυση δεδομένων (63%), εξυπηρέτηση πελατών (44%), καθώς και εργαλεία όπως προηγμένοι ψηφιακοί βοηθοί (73%), chatbots (39%) και μοντέλα παραγωγικής ΤΝ για δημιουργία περιεχομένου (44%). Αντίθετα, η χρήση σε κρίσιμες εσωτερικές λειτουργίες όπως η παραγωγή (27%), η οικονομική διεύθυνση (19%) και η διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού (13%) — παραμένει περιορισμένη. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το 23% των επιχειρήσεων εκφράζει ανησυχίες για θέματα ασφάλειας δεδομένων.
Χρηματοδοτικό περιβάλλον: Αν και οι επιχειρήσεις έχουν εξέλθει από τη μακρά περίοδο οικονομικής πίεσης και λειτουργούν πλέον με μεγαλύτερη σταθερότητα, το αποτύπωμα των προηγούμενων ετών συνεχίζει να επηρεάζει την ταχύτητα και την έκταση των επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες. Η πλειονότητα των επιχειρήσεων, το 71% όσων συμμετείχαν στην έρευνα, έχει κύκλο εργασιών κάτω του 1 εκατ. ευρώ, γεγονός που καθιστά τις σχετικές επενδύσεις πιο προσεκτικά ζυγισμένες. Το κόστος αναφέρεται ως εμπόδιο από το 26% των επιχειρήσεων, ενώ μόλις το 5% θεωρεί ότι τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία αποτελούν επαρκές κίνητρο. Παράλληλα, το 37% δηλώνει ότι η παροχή στοχευμένων χρηματοδοτικών εργαλείων ή επιδοτήσεων θα λειτουργούσε καταλυτικά στην επιτάχυνση της υιοθέτησης ΤΝ.
Εμπιστοσύνη και κοινωνική διάσταση: Παρότι το 58% των επιχειρήσεων θεωρεί την ΤΝ εργαλείο ενίσχυσης της εργασίας και μόλις το 7% την αντιλαμβάνεται ως απειλή αντικατάστασης, η εμπιστοσύνη εξακολουθεί να είναι εύθραυστη. Το 47% πιστεύει ότι η ΤΝ δεν μπορεί να κατανοήσει καλύτερα τις ανάγκες των πελατών από έναν άνθρωπο, ενώ 35% δηλώνει ότι δεν θα εμπιστευόταν έναν “ψηφιακό εαυτό” να λειτουργεί πλήρως αυτόνομα για λογαριασμό του. Παράλληλα, τα ζητήματα ηθικής και διαφάνειας παραμένουν παρόντα, με το 37% να θεωρεί ότι η ΤΝ δημιουργεί ηθικά διλήμματα.
Χάσμα προσδοκιών και αποτελεσμάτων: Παρατηρείται αυξανόμενη διάθεση υιοθέτησης με το 48% να δηλώνει ότι θα επεκτείνει τη χρήση της ΤΝ τον επόμενο χρόνο και το 40% το θεωρεί πιθανό, ενώ τα πρώτα αποτελέσματα παρουσιάζουν σαφώς θετικό πρόσημο. Το 36% δηλώνει πλήρη ικανοποίηση και το 42% αξιολογεί την απόδοση ως «μάλλον θετική». Ωστόσο, ένα μικρό ποσοστό (6%) αναφέρει ότι δεν έχει δει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ενώ ένα επιπλέον 17% δεν έχει ακόμη ολοκληρωμένη εικόνα λόγω πρόσφατης υλοποίησης.
Ένα εθνικό Playbook για τη μετάβαση
Η μελέτη καταλήγει στην ανάγκη δημιουργίας ενός εθνικού Playbook υιοθέτησης της Τεχνητής Νοημοσύνης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με στόχο τη μετάβαση από τον πειραματισμό στον μετασχηματισμό. Προτείνεται μια ολιστική προσέγγιση που συνδυάζει υποδομές και δεδομένα, εκπαίδευση και ανάπτυξη δεξιοτήτων, οργανωτική αναβάθμιση και ένα πλαίσιο υπεύθυνης και αξιόπιστης χρήσης της ΤΝ.



