Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, επιχείρησε την Παρασκευή να υποβαθμίσει τις πληροφορίες που θέλουν το Πεντάγωνο να εξετάζει μέτρα κατά της χώρας του, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ, λόγω της στάσης της στον πόλεμο με το Ιράν.
Ο Σάντσεθ απέφυγε να ανεβάσει τους τόνους, τοποθετώντας την ισπανική θέση στο επίπεδο των επίσημων εγγράφων και όχι των διαρροών.
«Δεν βασιζόμαστε σε emails»
Προσερχόμενος στην άτυπη σύνοδο των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Κύπρο, ο Ισπανός Πρωθυπουργός ήταν ξεκάθαρος όταν ρωτήθηκε για το εσωτερικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας που αποκάλυψε το Reuters.
«Δεν βασιζόμαστε σε emails, βασιζόμαστε σε επίσημα έγγραφα και θέσεις που λαμβάνονται, σε αυτή την περίπτωση, από την κυβέρνηση των ΗΠΑ», είπε χαρακτηριστικά.
Συνεργασία, αλλά εντός του διεθνούς δικαίου
Ο Σάντσεθ επέμεινε ότι η άρνηση της Ισπανίας να παραχωρήσει τις βάσεις της (Ρότα και Μορόν) και τον εναέριο χώρο της για επιθέσεις κατά του Ιράν δεν αποτελεί ρήξη με τη Συμμαχία, αλλά τήρηση των νομικών πλαισίων.
Όπως δήλωσε, «Η θέση της κυβέρνησης της Ισπανίας είναι σαφής: απόλυτη συνεργασία με τους συμμάχους, αλλά πάντα εντός του πλαισίου της διεθνούς νομιμότητας».
Έτσι, η Ισπανία παραμένει δεσμευμένη στο ΝΑΤΟ, αλλά απορρίπτει τη διευκόλυνση στρατιωτικών επιχειρήσεων τις οποίες η κυβέρνηση Σάντσεθ θεωρεί ότι βρίσκονται εκτός διεθνούς δικαίου.
Το ζήτημα της «αποβολής» από το ΝΑΤΟ
Παρά τη δυσαρέσκεια της Ουάσινγκτον για τη στάση της Ισπανίας, η πρόταση για αναστολή της συμμετοχής της χώρας έχει κυρίως συμβολικό βάρος και αμφίβολη νομική βιωσιμότητα.
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα Democrata, η Συνθήκη του Βορείου Ατλαντικού (1949) δεν προβλέπει μηχανισμό αποβολής ή αναστολής μέλους, παρά μόνο το Άρθρο 13, το οποίο επιτρέπει σε μια χώρα να αποχωρήσει οικειοθελώς από τη Συμμαχία.
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα Just Security, σε νομικό επίπεδο, δεν υφίσταται επίσημος μηχανισμός που να επιτρέπει σε μια μεμονωμένη δύναμη, όπως οι ΗΠΑ, να αναστείλει μονομερώς ή να αφαιρέσει τα δικαιώματα ενός μέλους της Συμμαχίας.
Ωστόσο, μελετητές του διεθνούς δικαίου επισημαίνουν ότι, στην περίπτωση που διαπιστωθεί «ουσιώδης παραβίαση» των συμβατικών υποχρεώσεων από ένα κράτος-μέλος, τα υπόλοιπα μέλη θα μπορούσαν –μέσω ομόφωνης απόφασης– να αναστείλουν ή να καταγγείλουν την εφαρμογή της συνθήκης, εν μέρει ή στο σύνολό της, έναντι του εν λόγω κράτους.
Μια τέτοια κίνηση θα οδηγούσε ουσιαστικά στον τερματισμό της συμμετοχής της χώρας αυτής, όμως στην πράξη κάτι τέτοιο θα απαιτούσε την πλήρη συναίνεση του συνόλου των υπόλοιπων συμμάχων και όχι μια μεμονωμένη απόφαση των ΗΠΑ.



