Η συζήτηση για το ενδεχόμενο πώλησης μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35 στην Τουρκία έχει επανέλθει στο προσκήνιο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, προκαλώντας ανησυχία σε συμμάχους των ΗΠΑ και έντονη αντίδραση στο Κογκρέσο. Οι επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι το θέμα «εξετάζεται πολύ σοβαρά» έχουν αναζωπυρώσει φόβους ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να μεταβάλει τις εύθραυστες ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, σε μια περίοδο κατά την οποία η περιοχή βρίσκεται ήδη στα όρια της γενικευμένης αποσταθεροποίησης.
Στο Ισραήλ, κυβερνητικοί αξιωματούχοι και αναλυτές αντιμετωπίζουν την προοπτική αυτή ως στρατηγική απειλή. Εκτιμούν ότι η Τουρκία, υπό την ηγεσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχει εγκαταλείψει τον ρόλο του προβλέψιμου συμμάχου και υιοθετεί μια όλο και πιο επιθετική, αναθεωρητική στάση, η οποία δεν περιορίζεται στη ρητορική. Στην Ουάσιγκτον, αντίστοιχα, αυξάνεται ο σκεπτικισμός για το κατά πόσο η Αγκυρα παραμένει ευθυγραμμισμένη με τα βασικά δόγματα της δυτικής αρχιτεκτονικής για την ασφάλεια.
«Κίνδυνος σύγκρουσης»
Παρά τις διαβεβαιώσεις της αμερικανικής εκτελεστικής εξουσίας περί «παραγωγικών συνομιλιών» για τα F-35, το Κογκρέσο εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό ανάχωμα. Η απόφαση της Τουρκίας να αποκτήσει το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400 και οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν βάσει του νόμου CAATSA δεν έχουν ξεχαστεί. Ανώτεροι νομοθέτες, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί, προειδοποιούν ότι η εισαγωγή των F-35 στο τουρκικό οπλοστάσιο θα μπορούσε, υπό ορισμένες συνθήκες, να αυξήσει τον κίνδυνο στρατιωτικής σύγκρουσης, ακόμη και μεταξύ συμμάχων των ΗΠΑ. Η υπόθεση των F-35 έχει μετατραπεί σε δοκιμασία για το ίδιο το αμερικανικό σύστημα λήψης αποφάσεων. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η προσωπική διπλωματία και η πολιτική βούληση της εκτελεστικής εξουσίας. Από την άλλη, οι θεσμικοί περιορισμοί και οι ανησυχίες συμμάχων που φοβούνται ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να θυσιάσει μακροπρόθεσμα στρατηγικά συμφέροντα για βραχυπρόθεσμα γεωπολιτικά ανταλλάγματα. Σε άρθρο γνώμης στη «Wall Street Journal» στα τέλη Δεκεμβρίου, ο Ισραηλινός πολιτικός αναλυτής Αμίτ Σεγκάλ υποστήριξε ότι η απόκτηση stealth μαχητικών από την Τουρκία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση. Κατά την ανάλυσή του, η τουρκική ηγεσία κατηγορεί το Ισραήλ για επεκτατικές φιλοδοξίες που στην πραγματικότητα αντικατοπτρίζουν τις δικές της επιδιώξεις. Η ρητορική περί «Μεγάλου Ισραήλ», σημειώνει, συνδέεται περισσότερο με το όραμα του Ερντογάν για αναβίωση μιας οθωμανικής σφαίρας επιρροής.
Οι ανησυχίες αυτές ενισχύονται από τον ρόλο της Αγκυρας στη Γάζα, στη Συρία και σε άλλα μέτωπα της περιοχής. Η Τουρκία, όπως και το Κατάρ, έχει κατηγορηθεί ότι διατηρεί σχέσεις με τη Χαμάς και με άλλους δρώντες που θεωρούνται από τη Δύση αποσταθεροποιητικοί παράγοντες. Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν καταστήσει σαφές ότι αντιτίθενται στην παρουσία τουρκικών στρατευμάτων σε οποιαδήποτε μελλοντική πολυεθνική δύναμη στη Γάζα. Πρόκειται για επιφυλάξεις που, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, συμμερίζονται σιωπηρά και αραβικά κράτη όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, ότι οι συνομιλίες για τα F-35 ενδέχεται να αποδώσουν μέσα στους επόμενους μήνες, προκάλεσαν νευρικότητα στο Τελ Αβίβ. Ανώτερος Ισραηλινός αξιωματούχος εκτιμά ότι η πιθανότητα έγκρισης μιας συμφωνίας έχει αυξηθεί σημαντικά, φτάνοντας -κατά την άποψή του- περίπου στο 40%.
Ωστόσο, στην Ουάσιγκτον παραμένει ανοιχτό ένα βασικό ερώτημα: γιατί η Τουρκία, ήδη μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις παγκοσμίως, χρειάζεται τα πλέον προηγμένα μαχητικά της αμερικανικής αεροπορίας; Σε άλλες περιπτώσεις, όπως αυτές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ή της Σαουδικής Αραβίας, η συζήτηση για τα F-35 συνδέθηκε με την αποτροπή απέναντι στο Ιράν. Στην περίπτωση της Τουρκίας, όμως, οι δημόσιες δηλώσεις του Ερντογάν κατά του Ισραήλ και οι αναφορές ότι η Αγκυρα αντιμετωπίζει πλέον το εβραϊκό κράτος ως υπαρξιακή απειλή εγείρουν διαφορετικούς προβληματισμούς.
Δημοσκοπήσεις στην Τουρκία καταγράφουν ότι σημαντικό ποσοστό της κοινής γνώμης θεωρεί πρώτα το Ισραήλ και σε δεύτερο βαθμό τις ΗΠΑ ως τις βασικές απειλές για τη χώρα. Το χάσμα αυτό μεταξύ της προσωπικής διπλωματίας της τουρκικής ηγεσίας και των αντιλήψεων της κοινωνικής της βάσης δυσκολεύει περαιτέρω τους αμερικανικούς υπολογισμούς.
Το παρασκήνιο
Σύμφωνα με πληροφορίες από διπλωματικές πηγές, στη συνάντηση του Ντ. Τραμπ με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου στο Μαρ-α-Λάγκο, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός ήταν κατηγορηματικός πίσω από τις κλειστές πόρτες. Ξεκαθάρισε ότι θα παλέψει με όλα τα διαθέσιμα μέσα ώστε η Τουρκία να μην αποκτήσει τα F-35. Το μήνυμα δεν αφορούσε μόνο τη διμερή σχέση Ισραήλ – Τουρκίας, αλλά και τη συνολική εικόνα ασφάλειας στη Μεσόγειο, καθώς και τη στρατηγική συνεργασία του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο. Δημοσίως, ωστόσο, ο Τραμπ επέλεξε έναν εντελώς διαφορετικό τόνο. Ερωτηθείς για τις σφοδρές επιθέσεις του Ερντογάν κατά του Νετανιάχου, τον οποίο έχει αποκαλέσει ακόμη και «Χίτλερ», ο Αμερικανός Πρόεδρος έσπευσε να υποβαθμίσει τη μεταξύ τους σύγκρουση. Δήλωσε ότι γνωρίζει τον Ερντογάν, ότι είναι καλός του φίλος, πως τον πιστεύει και τον σέβεται και ότι, κατά την άποψή του, και ο Νετανιάχου τον σέβεται, προσθέτοντας ότι δεν θα υπάρξει πρόβλημα μεταξύ τους.
Η στάση αυτή επαναλήφθηκε όταν τέθηκε το ζήτημα της πιθανής παρουσίας Τούρκων στρατιωτών στη Γάζα. Ο Τραμπ κάλυψε και πάλι τον Τούρκο Πρόεδρο, λέγοντας ότι διατηρεί πολύ καλή σχέση μαζί του και ότι το θέμα θα συζητηθεί τόσο με τον ίδιο όσο και με τον Νετανιάχου. Στην ίδια τοποθέτηση χαρακτήρισε την Τουρκία υπέροχη χώρα και τον Ερντογάν εξαιρετικό ηγέτη. Για πολλούς στην Ουάσιγκτον αυτές οι δηλώσεις υπογραμμίζουν την προσωπική χημεία Τραμπ – Ερντογάν, η οποία συχνά έρχεται σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις του αμερικανικού κατεστημένου για την εθνική ασφάλεια.
Ωστόσο, στην πραγματικότητα οι σχέσεις Ερντογάν και Νετανιάχου βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλό σημείο. Η σκληρή ρητορική της Αγκυρας για τον πόλεμο στη Γάζα και οι ανοιχτές απειλές κατά του Ισραήλ έχουν ενισχύσει την καχυποψία όχι μόνο στο Τελ Αβίβ αλλά και στο αμερικανικό Κογκρέσο. Σε αυτό το περιβάλλον, η προοπτική να αποκτήσει η Τουρκία το ίδιο stealth μαχητικό, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ισραηλινής αεροπορικής υπεροχής, θεωρείται από πολλούς νομοθέτες απαράδεκτη.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο Νετανιάχου προειδοποίησε τον Τραμπ ότι αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί να πάρει σαφή θέση απέναντι στις απειλές του Ερντογάν. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο το οποίο ο Αμερικανός Πρόεδρος φαίνεται να θέλει να αποφύγει: μια ξεκάθαρη επιλογή ανάμεσα σε έναν στενό και διαχρονικό σύμμαχο και έναν δύσκολο αλλά γεωπολιτικά χρήσιμο εταίρο.
Οι S-400
Τελικά, το Κογκρέσο διατηρεί τον καθοριστικό λόγο. Η διαδικασία επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 προϋποθέτει άρση ή ουσιαστική υπέρβαση των κυρώσεων CAATSA και επίσημη ειδοποίηση του νομοθετικού σώματος, το οποίο μπορεί να μπλοκάρει τη συμφωνία. Με τις ενδιάμεσες εκλογές του 2026 στις ΗΠΑ να πλησιάζουν, ελάχιστοι νομοθέτες εμφανίζονται πρόθυμοι να αναλάβουν το πολιτικό κόστος μιας απόφασης που θα προκαλούσε αντιδράσεις από φιλοϊσραηλινές, ελληνοαμερικανικές, κουρδικές και χριστιανικές οργανώσεις.
Στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων βρίσκεται το ζήτημα των S-400, με τρία βασικά σενάρια να εξετάζονται: πλήρης απομάκρυνσή τους από την Τουρκία, αδρανοποίηση και αποθήκευσή τους υπό αμερικανική ή νατοϊκή εποπτεία ή τεχνικός διαχωρισμός (firewalling). Καμία επιλογή δεν θεωρείται πολιτικά ανώδυνη, ούτε επαρκής για να καθησυχάσει πλήρως το αμερικανικό Κογκρέσο και το Ισραήλ.
Για μερίδα σοβαρών αναλυτών, το συμπέρασμα είναι σαφές: τα δυνητικά οφέλη μιας πώλησης F-35 στην Τουρκία είναι περιορισμένα και βραχυπρόθεσμα, ενώ οι κίνδυνοι για τη μακροπρόθεσμη περιφερειακή ασφάλεια είναι σοβαροί. Οπως σημειώνουν, αν οι ΗΠΑ επιδιώκουν τη σταθερότητα, θα πρέπει να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να βρεθούν στο μέλλον μαχητικά πέμπτης γενιάς αντιμέτωπα στον ίδιο εναέριο χώρο, διότι οι συνέπειες δύσκολα θα μπορούσαν να ελεγχθούν.






