Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Washington Irving Bishop θεωρούνταν ένα από τα πιο αινιγματικά πρόσωπα της εποχής του. Το κοινό τον παρακολουθούσε με δέος, καθώς έμοιαζε να «διαβάζει» σκέψεις, να προβλέπει κινήσεις και να αντιλαμβάνεται πράγματα που οι άλλοι δεν μπορούσαν να εξηγήσουν.
Ο ίδιος, πάντως, ξεκαθάριζε ότι δεν διέθετε υπερφυσικές δυνάμεις· υποστήριζε πως είχε απλώς αναπτύξει σε ακραίο βαθμό την ικανότητα να αποκωδικοποιεί τη γλώσσα του σώματος και τα ανεπαίσθητα σήματα των ανθρώπων.
Πίσω όμως από τη σκηνική του εικόνα, έκρυβε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. Υπέφερε από βαριές κρίσεις καταληψίας που μπορούσαν να τον αφήσουν αναίσθητο για πολλές ώρες, σε κατάσταση που έμοιαζε τρομακτικά με θάνατο. Μάλιστα, κυκλοφορούσε πάντα με σημείωμα πάνω του, στο οποίο εξηγούσε την πάθησή του και προειδοποιούσε πως σε περίπτωση κατάρρευσης δεν έπρεπε να θεωρηθεί νεκρός βιαστικά.
Το 1889, κατά τη διάρκεια παράστασης στη New York City, κατέρρευσε ξαφνικά. Αυτή τη φορά, οι γιατροί τον έκριναν νεκρό. Λίγες μόλις ώρες αργότερα, προχώρησαν σε νεκροψία και αφαίρεσαν τον εγκέφαλό του για εξέταση. Όμως η οικογένειά του υποστήριξε ότι το σώμα του έφερε ακόμη σημάδια ζωής και πως η διαδικασία έγινε πρόωρα. Από εκεί γεννήθηκε μια από τις πιο σκοτεινές θεωρίες στην ιστορία της ιατρικής: ότι ο άνθρωπος αυτός δεν πέθανε από την ασθένειά του — αλλά από τη νεκροψία του.
Μέχρι σήμερα, η ιστορία του παραμένει ένα από τα πιο ανατριχιαστικά μυστήρια του 19ου αιώνα. Και αφήνει πίσω ένα ερώτημα που ακόμη σοκάρει: τι θα γινόταν αν ο «νεκρός» ήταν στην πραγματικότητα ακόμη ζωντανός;



