Ο ψυχίατρος Paul E. Mullen θυμάται τη στιγμή που ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Μάρτιν Μπράιαντ, τον άνθρωπο που πραγματοποίησε μία από τις πιο αιματηρές επιθέσεις στην ιστορία της Αυστραλίας.
Η συνάντηση έγινε στις 30 Απριλίου 1996, λίγες ημέρες μετά τη σφαγή στο Πορτ Άρθουρ, όταν ο Μπράιαντ νοσηλευόταν με σοβαρά εγκαύματα. Σύμφωνα με την περιγραφή του Mullen, ο δράστης δεν έδειχνε μεταμέλεια, αλλά αντίθετα μια παράδοξη αίσθηση υπερηφάνειας για την πράξη του.
Η επίθεση στο Πορτ Άρθουρ, στην Τασμανία, στοίχισε τη ζωή σε 35 ανθρώπους και συγκλόνισε τη χώρα, οδηγώντας σε βαθιές αλλαγές στη νομοθεσία περί οπλοκατοχής και στη δημόσια ασφάλεια. Η υπόθεση θεωρείται σημείο καμπής για την κοινωνία της Αυστραλίας.
Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους, ο Μπράιαντ φέρεται να αναφέρθηκε στον αριθμό των θυμάτων του με τρόπο ψυχρό και αποστασιοποιημένο, σαν να επρόκειτο για «επίτευγμα». Αυτή η στάση, όπως έχει εξηγήσει ο Mullen, τον σημάδεψε βαθιά και αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης για την ψυχολογία της μαζικής βίας.
«Ξέρατε ότι τώρα έχω το ρεκόρ;». Ο ψυχίατρος δεν χρειάστηκε να ρωτήσει τι εννοούσε. Ο Μπράιαντ αναφερόταν στον αριθμό των ανθρώπων που είχε σκοτώσει.
Ο Mullen, που έχει ασχοληθεί με την ανάλυση ακραίων εγκληματικών συμπεριφορών και έχει συνομιλήσει με πολλούς καταδικασμένους μαζικούς δολοφόνους, αναφέρει ότι συχνά πίσω από την επιθετικότητα και την αλαζονεία τους κρύβεται έντονος φόβος και ψυχολογική αστάθεια.
Στο έργο του Running Amok, εξετάζει τα κοινά χαρακτηριστικά τέτοιων δραστών, υπογραμμίζοντας ότι συχνά υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια πριν από μια επίθεση, χωρίς όμως αυτά να οδηγούν πάντα σε πράξη βίας.



