Η αμφίσημη στάση των ευρωπαϊκών κρατών απέναντι στον πόλεμο εναντίον του Ιράν, σε συνδυασμό με την παθητική στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και την αδυναμία του ΝΑΤΟ να διαμορφώσει ενιαία στρατηγική, αναδεικνύουν τη διεύρυνση του ρήγματος μεταξύ των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην Βορειοατλαντική Συμμαχία.
Η άρνηση των συμμάχων να συνδράμουν τις ΗΠΑ στη συνοδεία πετρελαιοφόρων στα Στενά του Ορμούζ -ενώ σύμφωνα με τον Αμερικανό Πρόεδρο, «θα έπρεπε να είναι παρόντες»- καθώς και η αναφορά του για «σοβαρό λάθος» του ΝΑΤΟ με ανοικτό το ενδεχόμενο αποχώρησης των ΗΠΑ από τη Συμμαχία, αποτυπώνουν τη δυσαρέσκεια του Προέδρου Τράμπ και καθιστούν σαφές, ότι η διατλαντική συνοχή κλυδωνίζεται σε πρωτοφανή βαθμό.
Αξιολογώντας τα ανωτέρω δεδομένα, γίνεται φανερό ότι η αντίδραση των ευρωπαίων συμμάχων δεν διαμορφώνεται με αμιγώς στρατηγικούς και γεωπολιτικούς όρους, αλλά σε σημαντικό βαθμό επηρεάζεται από το θυμικό και τη συγκυριακή πολιτική αντίδραση απέναντι στις επιλογές του Προέδρου Τραμπ.
Συγκεκριμένα, παρά το γεγονός ότι τα συμφέροντά τους θίγονται άμεσα, τόσο από τα πλήγματα που έχουν δεχθεί στρατιωτικές τους εγκαταστάσεις από το Ιράν, όσο και από το αυξανόμενο οικονομικό κόστος της κρίσης για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, οι σύμμαχοι δείχνουν να αγνοούν τις επιπτώσεις μιας τέτοιας πολιτικής και ότι μακροπρόθεσμα ευνοούνται οι εχθροί τους όπως η Ρωσία.
Στον αντίποδα, η μεταβολή της αμερικανικής στάσης δεν είναι συγκυριακή, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική αναθεώρηση, όπως αυτή αποτυπώνεται στη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία επαναπροσδιορίζει τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον στο διεθνές σύστημα.
Στον πυρήνα της προσέγγισης αυτής βρίσκεται η αντίληψη ότι οι διεθνείς σχέσεις δεν διέπονται από σταθερές συμμαχίες και κοινές αξίες, αλλά από συναλλακτικές σχέσεις κόστους–οφέλους.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι σύμμαχοι δεν αποτελούν στρατηγικούς εταίρους με κοινό όραμα, αλλά «παρόχους» ή «καταναλωτές» ασφάλειας, των οποίων η αξία μετριέται με όρους συνεισφοράς στην αμερικανική στρατιωτική και οικονομική ισχύ.
Η Ευρώπη, ειδικότερα, θεωρείται ως ένας αδύναμος και πολιτικά κατακερματισμένος παράγοντας, ο οποίος επωφελήθηκε για δεκαετίες από την αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα χωρίς να αναλάβει το ανάλογο βάρος.
Συνεπώς, οι ευρωπαίοι εταίροι αξίζουν την αμερικανική προστασία μόνο εφόσον καταβάλουν το αντίστοιχο τίμημα και δεν αποκομίζουν περισσότερα οφέλη από τις ίδιες τις ΗΠΑ.
Η αντίληψη αυτή ενισχύει τη δυσαρέσκεια της Ουάσιγκτον και τροφοδοτεί σενάρια αναδιάταξης ή ακόμη και αποδέσμευσης από τη Βορειοατλαντική Συμμαχία, ενώ παράλληλα, εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο η έννοια της Δύσης ως ενιαίου γεωπολιτικού χώρου εξακολουθεί να υφίσταται.
Υπό αυτό το πρίσμα, το ερώτημα που προκύπτει είναι πιο θα είναι το μέλλον το ΝΑΤΟ σε περίπτωση μιας μερικής αποδέσμευσης ή πλήρους αποχώρησης των ΗΠΑ από τις τάξεις του.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω ενδεχόμενα, τα πιθανά σενάρια που διαμορφώνονται είναι τα ακόλουθα:
Σενάριο Α:
Παραμονή των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, αλλά με επαναπροσδιορισμό της σχέση τους με τους συμμάχους της σε καθαρά συναλλακτική βάση.
Στο πλαίσιο αυτό, θεωρείται ιδιαίτερα πιθανή η επιδίωξη των ΗΠΑ για επιβολή αυξημένων αμυντικών δαπανών στο επίπεδο του 5% του ΑΕΠ για όλα τα κράτη-μέλη.
Παράλληλα, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια σταδιακή αναδιάταξη των αμερικανικών δυνάμεων, με μερική μετακίνηση στρατευμάτων από την Ευρώπη προς την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, με στόχο την ανάληψη μεγαλύτερου μεριδίου ευθύνης από τους Ευρωπαίους για την άμυνα και την ασφάλειά τους.
Οι επιπτώσεις ενός τέτοιου σεναρίου για το ΝΑΤΟ θα είναι πολυεπίπεδες.
Καταρχάς, η μετατροπή της Συμμαχίας σε ένα περισσότερο συναλλακτικό σχήμα θα αλλοιώσει τον πυρήνα της ως κοινότητας αξιών και συλλογικής άμυνας, ενισχύοντας μια λογική “παρόχου–πελάτη” μεταξύ των μελών της.
Παράλληλα, η επιβολή αυξημένων αμυντικών δαπανών ενδέχεται να επιτείνει τις εσωτερικές ανισορροπίες, καθώς δεν διαθέτουν όλα τα κράτη-μέλη την ίδια οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθούν σε τέτοιες απαιτήσεις.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε νέες διαιρέσεις και ομαδοποιήσεις μεταξύ των συμμάχων υπονομεύοντας τη συνοχή και την πολιτική ενότητα του ΝΑΤΟ.
Η πιθανή αναδιάταξη των αμερικανικών δυνάμεων προς άλλες γεωγραφικές περιοχές θα δημιουργήσει επίσης, κενά ασφαλείας στην ευρωπαϊκή ήπειρο, τα οποία οι ευρωπαϊκές χώρες θα κληθούν να καλύψουν σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Ωστόσο, η μέχρι σήμερα απουσία ενιαίας στρατηγικής και η περιορισμένη επιχειρησιακή ετοιμότητα, καθιστούν αμφίβολη την ικανότητά τους να ανταποκριθούν αποτελεσματικά.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ευρωπαϊκές χώρες θα υποχρεωθούν να προχωρήσουν σε περαιτέρω ενίσχυση των αμυντικών τους δυνατοτήτων, με έμφαση στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, την παραγωγή νέων εξοπλιστικών συστημάτων, την προώθηση της καινοτομίας και την εμβάθυνση της αμυντικής τους συνεργασίας.
Οι εξελίξεις αυτές, αν και ενισχύουν τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, έχουν ήδη προκαλέσει την αντίδραση των ΗΠΑ, οι οποίες θεωρούν ότι οι πρωτοβουλίες αυτές (π.χ. ο κανονισμός SAFE για την χρηματοδοτική ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας), αποκλείουν τη συμμετοχή της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας, υπονομεύουν τη διαλειτουργικότητα στο πλαίσιο της Συμμαχίας και διαταράσσουν τις διατλαντικές σχέσεις.
Τέλος, η ενίσχυση του συναλλακτικού χαρακτήρα της Συμμαχίας ενδέχεται να επηρεάσει την αξιοπιστία του Άρθρου 5, καθώς η αρχή της συλλογικής άμυνας θα συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την οικονομική συνεισφορά των κρατών-μελών και λιγότερο με την αμοιβαία πολιτική δέσμευση.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η αποτρεπτική ισχύς του ΝΑΤΟ ενδέχεται να αποδυναμωθεί, δημιουργώντας περιθώρια δράσης για ανταγωνιστικές δυνάμεις.
Σενάριο Β:
Παραμονή των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ με απόσυρση όλων των στρατευμάτων τους από την Ευρώπη.
Σε αυτό το σενάριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν τη θεσμική τους παρουσία στη Συμμαχία, χωρίς όμως να διασφαλίζουν την ίδια στρατιωτική δέσμευση στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η πλήρης απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων (χερσαίων, αεροπορικών, ναυτικών) από την Ευρώπη, θα σηματοδοτούσε μια ουσιαστική μεταβολή στον τρόπο λειτουργίας του ΝΑΤΟ.
Συγκεκριμένα, η εξέλιξη αυτή θα δημιουργούσε ένα σημαντικό κενό ισχύος στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, καθώς η αμερικανική στρατιωτική παρουσία αποτελεί διαχρονικά τον βασικό πυλώνα αποτροπής της Συμμαχίας.
Η απουσία της επίσης, θα ενίσχυε την αίσθηση στρατηγικής αβεβαιότητας, ιδιαίτερα σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας.
Παράλληλα, η απομάκρυνση των αμερικανικών δυνάμεων θα περιόριζε την επιχειρησιακή συνοχή και τη διαλειτουργικότητα των συμμαχικών δυνάμεων, καθώς η παρουσία τους λειτουργεί ως καταλύτης για τον συντονισμό και την ταχεία αντίδραση σε περιόδους κρίσεων.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ικανότητα του ΝΑΤΟ να ανταποκριθεί άμεσα και αποτελεσματικά σε απειλές θα τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Ταυτόχρονα, η διατήρηση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ σε θεσμικό επίπεδο, χωρίς αντίστοιχη στρατιωτική παρουσία, ενδέχεται να οδηγήσει σε πλήρη αποδυνάμωση της αξιοπιστίας της Συμμαχίας και να ενισχύσει την αντίληψη, ότι το ΝΑΤΟ μετατρέπεται σε έναν οργανισμό περιορισμένης στρατιωτικής αποτελεσματικότητας.
Σενάριο Γ: Πλήρης αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ.
Μια τέτοια ακραία εξέλιξη θα συνιστούσε ιστορική καμπή για το διεθνές σύστημα ασφάλειας, καθώς θα σηματοδοτούσε το τέλος της διατλαντικής αρχιτεκτονικής όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ θα στερούσε από το ΝΑΤΟ τον βασικό πυλώνα στρατιωτικής ισχύος, αποτροπής και πολιτικής συνοχής. Χωρίς την αμερικανική παρουσία, η Συμμαχία θα κληθεί να επαναπροσδιορίσει εκ θεμελίων τον ρόλο και τη λειτουργία της, με αβέβαιο αποτέλεσμα ως προς τη βιωσιμότητά της.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, η απώλεια κρίσιμων δυνατοτήτων όπως η αξιοποίηση στρατηγικών πληροφοριών, η πυρηνική αποτροπή και η τεχνολογική υπεροχή θα περιόριζε δραστικά την ικανότητα του ΝΑΤΟ να λειτουργεί ως αξιόπιστος μηχανισμός συλλογικής άμυνας. Παράλληλα, μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε τη γεωπολιτική ρευστότητα, δημιουργώντας κενά ισχύος τα οποία θα επιδίωκαν να εκμεταλλευτούν ανταγωνιστικές δυνάμεις, όπως η Ρωσία και η Κίνα, επανακαθορίζοντας τους συσχετισμούς ισχύος στην Ευρώπη και ευρύτερα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ευρωπαϊκές χώρες θα βρεθούν αντιμέτωπες με την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου συστήματος ασφάλειας, είτε εντός του πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε μέσω νέων πολυμερών σχημάτων συνεργασίας.
Ωστόσο, η μετάβαση αυτή θα είναι ιδιαίτερα σύνθετη, χρονοβόρα και γεμάτη αβεβαιότητες, εντείνοντας τον κίνδυνο αστάθειας στο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον ασφαλείας.
Εν κατακλείδι, οι ανωτέρω εξελίξεις δεν συνιστούν απλώς μια ακόμη κρίση στο εσωτερικό της Συμμαχίας, αλλά προμηνύουν μια βαθύτερη αναδιάταξη του διεθνούς συστήματος ασφάλειας.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι εάν θα υπάρξουν αλλαγές στο ΝΑΤΟ, αλλά πόσο βαθιές και πόσο γρήγορα θα συντελεστούν.
Η στάση των ΗΠΑ, είτε ως μορφή πίεσης είτε ως στρατηγική επιλογή, λειτουργεί ως καταλύτης εξελίξεων που η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αγνοεί.
Στο σημερινό ασταθές και έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον όπου η υπάρχουσα συλλογική άμυνα δοκιμάζεται, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις καλούνται να επαναδιαπραγματευθούν μια νέα ισορροπία ανάμεσα στα εθνικά συμφέροντα και τις συμμαχικές τους δεσμεύσεις.
Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος



