Σε λίγες ημέρες ο Πρωθυπουργός θα βρεθεί απέναντι σε έναν συνομιλητή που χρησιμοποιεί τον διάλογο όχι ως μέσο συνεννόησης, αλλά ως εργαλείο ισχύος και αναθεωρητισμού. Η Τουρκία επιχειρεί συστηματικά να «νομιμοποιήσει» τις ανιστόρητες διεκδικήσεις της, την ίδια ώρα που η ελληνική κυβέρνηση συχνά εγκλωβίζεται σε μια ανησυχητική αμηχανία. Τελευταίο παράδειγμα, η NAVTEX που εξέδωσαν οι γείτονες λίγο πριν από τη συνάντηση, σε μια προσπάθεια επιβολής στην ατζέντα διαλόγου της αμφισβήτησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο.
Γράφει ο Μιχάλης Κατρίνης*
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να κρατά ανοιχτούς διαύλους με την Τουρκία, αλλά οφείλει να μην τρέφει ψευδαισθήσεις. Γιατί άλλο διάλογος και άλλο διολίσθηση σε παζάρι κυριαρχίας. Να συζητάμε, αλλά χωρίς αυταπάτες περί «ήρεμων νερών» που θολώνουν την πραγματική εικόνα και διευκολύνουν, εν τέλει, την στρατηγική της Τουρκίας απέναντι στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Γιατί η Τουρκία δεν πρόκειται να παραιτηθεί από την αναθεωρητική στρατηγική της και το πρόβλημα δε λύνεται με την ελληνική κυβέρνηση να παριστάνει ότι ‘’δεν καταλαβαίνει’’.
Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι δεν συζητά θέματα κυριαρχίας. Αυτή η δέσμευση πρέπει να επιβεβαιωθεί στην πράξη και να αποτυπωθεί σε κάθε διατύπωση κοινής ανακοίνωσης, χωρίς υπαινιγμούς περί «συνεκμετάλλευσης» ή «συνδιαχείρισης». Ο κ. Μητσοτάκης οφείλει λοιπόν, να προσέλθει στη συνάντηση, επαναλαμβάνοντας τις ξεκάθαρες εθνικές «κόκκινες γραμμές».
Πάγια ελληνική θέση και μοναδική διαφορά με την Τουρκία παραμένει η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ βάσει των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Οτιδήποτε άλλο, όπως υβριδικό καθεστώς στο Αιγαίο για τα χωρικά ύδατα, ή αποστρατικοποίηση των νησιών, είναι εκτός ατζέντας.
Η Ελλάδα οφείλει να ασκεί τα δικαιώματά της, όπως η πόντιση του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης ανοικτά της Κάσου, χωρίς να ζητά την άδεια κανενός. Κάθε υποχώρηση που παρουσιάζεται ως «ρεαλισμός» ουσιαστικά αποθρασύνει την Τουρκία και ενισχύει την αναθεωρητική της ατζέντα. Αν η άλλη πλευρά αντιλαμβάνεται ότι η Αθήνα διστάζει να πάρει καθαρή θέση, θα αυξάνει συνεχώς τις διεκδικήσεις της.
Η Τουρκία δεν μπορεί να συμμετάσχει στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας όσο απειλεί κράτη-μέλη της Ε.Ε. και κατέχει παράνομα εδάφη ευρωπαϊκής χώρας. Δεν μπορεί να αποποιείται των ευθυνών της για τους διακινητές μεταναστών που δρουν ανεξέλεγκτα ξεκινώντας από τα τουρκικά παράλια, οδηγώντας συχνά σε τραγωδίες, όπως η πρόσφατη στη Χίο. Δεν μπορεί να εμποδίζει την πρόοδο ενός ευρωπαϊκού έργου ηλεκτρικής διασύνδεσης, χωρίς να υφίσταται κυρώσεις. Για να υποστεί, όμως, κυρώσεις από την Ε.Ε., θα πρέπει να ζητούνται από την Ελλάδα.
Η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν είναι δοκιμασία εθνικής αυτοπεποίθησης. Το μόνο που θα αναχαιτίσει την επιθετική παρόρμησή των γειτόνων μας είναι το πόσο ψηλά βάζουμε τον πήχη της εθνικής μας αυτοπεποίθησης. Ο Έλληνας Πρωθυπουργός διαχειρίζεται την εξωτερική πολιτική ως ιδιωτική του υπόθεση, χωρίς το παραμικρό περιθώριο εθνικής συνεννόησης. Και αυτό δεν συνιστά θέση εθνικής ευθύνης. Γιατί πέρα και πάνω από τις όποιες πολιτικές διαφορές, τα τελευταία 50 χρόνια όλοι οι Έλληνες πρωθυπουργοί τήρησαν και υπερασπίστηκαν τις πάγιες ελληνικές θέσεις, τις εθνικές ‘’κόκκινες’’ γραμμές, χωρίς αστερίσκους και πάντα σε πλαίσιο εθνικής συνεννόησης και συναίνεσης. Κόντρα σε πιέσεις και λογικές ‘’ρεαλισμού’’ που υποκρύπτουν ενδοτισμό, υποχωρητικότητα ή και συμφέροντα κάποιων, λογικές τις οποίες το ΠΑΣΟΚ ξεκάθαρα δεν αποδέχεται.
*Βουλευτής Ηλείας του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ



