Ο Δημήτρης Τάρλοου, ηθοποιός, σκηνοθέτης, μεταφραστής και εγγονός του Μ. Καραγάτση, βρέθηκε καλεσμένος στην εκπομπή «Καλημέρα Είπαμε;» και μίλησε ανοιχτά για μια δύσκολη χρονιά προσωπικά και επαγγελματικά, τον ρόλο του στη σειρά «Η Μεγάλη Χίμαιρα», αλλά και τη σχέση με την οικογενειακή του κληρονομιά.
Το 2025 υπήρξε για εκείνον μια μεταβατική περίοδος, μετά την απώλεια της μητέρας του. «Είχε δυσκολίες αρκετές, γιατί πάντα η περίοδος μετά το πένθος είναι μία δυσκολία ψυχική, μέχρι να βρεις καινούργιο ενδιαφέρον, καινούργια πατήματα, έτσι ώστε να συνεχίσεις και να εξελίξεις τη δουλειά σου», εξομολογήθηκε.
Η εμπειρία του στην Επίδαυρο, ως σκηνοθέτης, ήταν ιδιαίτερα φορτισμένη: «Ένιωσα μεγάλο εκνευρισμό, γιατί η ιστορία με την Επιδαύρια χλιδή και αίγλη δημιουργεί μία υποχρέωση, ένα βάρος, το οποίο δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική καλλιτεχνική έμπνευση. Ταυτοχρόνως πρέπει να σκέφτεσαι όλο τον κόσμο που θα δει τις παραστάσεις στην επαρχία και το οικονομικό σκέλος, το οποίο δεν είναι ασήμαντο. Δεν ζω για τέτοιες βραδιές, αν και υπήρξαν ωραίες», δήλωσε ο Δημήτρης Τάρλοου.
Ο Δημήτρης Τάρλοου για τον παππού του, Μ. Καραγάτση
Αναφερόμενος στον παππού του, Μ. Καραγάτση, ο Δημήτρης Τάρλοου σημείωσε πως δεν τον γνώρισε ποτέ, καθώς ο συγγραφέας πέθανε το 1960, έξι χρόνια πριν τη γέννησή του. Μέσα από τις διηγήσεις της μητέρας και της γιαγιάς του, ανακάλυψε ένα τραυματικό αλλά ταυτόχρονα ζωντανό και δημιουργικό πρόσωπο.
Η σχέση της μάνας μου με τον Καραγάτση ήταν τραυματική, έληξε απότομα και δεν έδωσε το περιθώριο της επανόρθωσης ή της επούλωσης. Έχει να κάνει με την ιστορία της Μαρίνας Μπαρέ στη Μεγάλη Χίμαιρα. Είναι τελείως παράδοξο ότι ονόμασε τη μάνα μου με το όνομα της ηρωίδας του μυθιστορήματος που μόλις έγραψε, δεν έχω βρει άλλη περίπτωση στη βιβλιογραφία. Η Χίμαιρα γράφτηκε το 1936 και η μάνα μου γεννήθηκε τον Οκτώβριο του ίδιο έτους, άρα μόλις είχε γραφτεί. Δεν ξέρω τι σκέφτηκε και το έκανε αυτό, γιατί δημιούργησε και τους ανάλογους συνειρμούς.
Η μάνα μου ήταν 24 χρονών όταν πέθανε ο Καραγάτσης και εκείνος ήταν 52 ετών, νέος άνθρωπος και είχε να δώσει πολλά περισσότερα. Και το “10” που άφησε ημιτελές, ήτανε ένα μυθιστόρημα ποταμός το οποίο ήταν εξαιρετικά μοντέρνο και σκληρό. Είναι τόσο σκληρό και τόσο σημαντικό κατά τη γνώμη μου και διαφορετικό. Δεν πρόλαβε λοιπόν να επουλώσει τραύματα και πάνω που πήγανε να έχουνε μία διευθέτηση, ήρθε ο απότομος θάνατός του, που ήταν από καρδιά και δεν άφησε περιθώρια. Και έτσι το τραύμα έμεινε ανεπούλωτο και η σχέση ενεή, έμεινε στον αέρα.
Αυτό δημιούργησε πάρα πολλές αμφιβολίες και ερωτηματικά στη μάνα μου για το τι αισθανόταν αυτός ο άνθρωπος, τι σχέση είχε μαζί της, αν την αγαπούσε, πόσο την αγαπούσε. Γιατί είχε μία πλευρά η οποία ήταν πάρα πολύ ζωντανή, πάρα πολύ εύθυμη, σε συγκεντρώσεις ο καλύτερος αφηγητής, πάρα πολύ καλός αφηγητής.
Και από την άλλη ήταν ένας άνθρωπος βαρύθυμος, με πάρα πολύ δύσκολο ύπνο, με πολλές ευαισθησίες. Πατούσες σε ένα σανίδι που έτριζε, σηκωνότανε και γινότανε χαμός, σαν να ανατιναζόταν το σύμπαν. Και μετά κρατούσε για ώρες αυτή η δυσθυμία. Φοβόντουσαν όλοι μες στο σπίτι μην τον ξυπνήσουν, μην τον ενοχλήσουν. Γενικά μία, με σημερινά δεδομένα θα ήτανε τρομοκράτης. Πατέρας – αφέντης, τρομοκράτης. Κανονικά».






