Η στεγαστική κρίση εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες οικονομικής πίεσης για τα νοικοκυριά, καθώς το αυξημένο κόστος κατοικίας δυσκολεύει την πρόσβαση σε προσιτές λύσεις και επηρεάζει άμεσα βασικές αποφάσεις της καθημερινότητας.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται με σαφήνεια στην έρευνα της BluPeak Estate Analytics για τη στεγαστική κρίση, η οποία παρουσιάστηκε χθες (9.3.2026) από τον ιδρυτή και CEO της εταιρείας, Βασίλη Ηλιόπουλο, με τα στοιχεία να δείχνουν ότι σχεδόν το 60% χαρακτηρίζει σήμερα το κόστος στέγασης οριακό, δύσκολα διαχειρίσιμο ή ακόμη και μη βιώσιμο, ενώ μόλις το 38% το αξιολογεί ως προσιτό.
Το οικονομικό βάρος της κατοικίας αποτυπώνεται και στο ποσοστό του εισοδήματος που κατευθύνεται κάθε μήνα στη στέγαση. Κατά μέσο όρο, το ποσοστό αυτό φτάνει περίπου στο 32%, ενώ σημαντικό μέρος των ερωτηθέντων δηλώνει ότι διαθέτει πάνω από το 40% του εισοδήματός του για ενοίκιο, λογαριασμούς ή στεγαστικό δάνειο, γεγονός που εντείνει την πίεση στην καθημερινή διαβίωση. Η επιβάρυνση αυτή γίνεται ακόμη πιο αισθητή για όσους βρίσκονται σε ενοίκιο και για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, όπου το κόστος κατοικίας περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα κάλυψης άλλων βασικών αναγκών.
Οι νέοι στο επίκεντρο της στεγαστικής πίεσης
Στις ηλικίες 25 έως 35 ετών, σχεδόν οι μισοί βρίσκονται σε ενοίκιο, ενώ η ιδιοκατοίκηση διαμορφώνεται στο 27%. Παράλληλα, το 19% εξακολουθεί να διαμένει με την οικογένειά του, ποσοστό που αυξάνεται ακόμη περισσότερο στους φοιτητές.
Η μέση ηλικία αποχώρησης από το πατρικό σπίτι παραμένει υψηλή, στα 30,7 έτη, στοιχείο που αποτυπώνει τη δυσκολία αυτόνομης στέγασης για μεγάλο μέρος των νέων.
Αβεβαιότητα για τη συνέχιση της κατοικίας
Παρά το γεγονός ότι περίπου το 60% δηλώνει ότι αισθάνεται αρκετά ή πολύ ασφαλές στη σημερινή στεγαστική του κατάσταση, ένα σημαντικό ποσοστό, κοντά στο 40%, δεν θεωρεί τη σημερινή του κατοικία σταθερή.
Η ίδια αίσθηση αβεβαιότητας αποτυπώνεται και στην προοπτική της επόμενης διετίας, καθώς περίπου τέσσερις στους δέκα δηλώνουν λίγο ή καθόλου ασφαλείς ως προς το αν θα μπορέσουν να παραμείνουν στην ίδια κατοικία, με μεγαλύτερη ανασφάλεια να καταγράφεται στις γυναίκες και στους κατοίκους νησιωτικών περιοχών.
Την ίδια στιγμή, το 37% δηλώνει ότι ενδέχεται να αλλάξει κατοικία μέσα στα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια, κυρίως λόγω υψηλού ενοικίου, αυξημένης δόσης δανείου ή συνολικότερης οικονομικής επιβάρυνσης.
Η αγορά κατοικίας και η έλλειψη διαφάνειας
Το 71% θεωρεί ότι η αγορά κατοικίας είναι λίγο ή καθόλου διαφανής, ενώ το 82% πιστεύει ότι η έλλειψη ελέγχου επηρεάζει άμεσα τις τιμές.
Παράλληλα, το 81% θεωρεί ότι οι αδήλωτες ή μερικώς δηλωμένες μισθώσεις γίνονται συχνά ή πολύ συχνά, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η αγορά λειτουργεί με σημαντικές στρεβλώσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο, περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες θεωρούν ότι ένα ενιαίο μητρώο ιδιοκτησίας θα μπορούσε να βελτιώσει τη διαφάνεια, ενώ το 75% θεωρεί σημαντική την πλήρη ψηφιακή καταγραφή όλων των ακινήτων. Παρ’ όλα αυτά, περίπου ένας στους τρεις νέους δηλώνει ότι δεν γνωρίζει αν το ακίνητο στο οποίο διαμένει εμφανίζεται σε επίσημο μητρώο.
Τα κενά στην καταγραφή της δημόσιας περιουσίας
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην ελλιπή καταγραφή της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, καθώς πολλοί δήμοι δεν διαθέτουν πλήρη εικόνα των ακινήτων που έχουν στην κατοχή τους. «Για παράδειγμα, ο Δήμος Αμαρουσίου έχει καταγεγραμμένα 183 ακίνητα στο Ε9 και τα ακίνητά του είναι γύρω στα 2.000. Την ίδια στιγμή, υπάρχει Δήμος ο οποίος έχει 10.000 ακίνητα και δεν έχει Ε9», σημείωσε χαρακτηριστικά ο κ. Ηλιόπουλος.
Η έλλειψη ολοκληρωμένης αποτύπωσης δυσκολεύει την αξιοποίηση περιουσίας που θα μπορούσε να λειτουργήσει υποστηρικτικά στην αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. Σύμφωνα με τον ιδρυτή και CEO της BluPeak Estate Analytics, «η καταγραφή πρέπει να γίνει για να μπορέσουν να αξιοποιηθούν τα ακίνητα του Δημοσίου, γιατί αλλιώς είναι χαμένα έσοδα, τα οποία θα μπορούσαν να έχουν οι Δήμοι για να μειώσουν τα τέλη που επιβάλλουν στο νερό και αλλού».
Αίτημα για κρατική παρέμβαση
Η ανάγκη κρατικής παρέμβασης καταγράφεται ως ιδιαίτερα ισχυρή, με το 76% να θεωρεί επείγουσα την ανάγκη λήψης μέτρων, ενώ σε επιμέρους στοιχεία το ποσοστό φτάνει στο 85%.
«Σίγουρα θέλουμε περισσότερες θεσμικές λύσεις. Το κράτος πρέπει να παρέμβει και να παρέχει λύσεις στο στεγαστικό πρόβλημα, γιατί υπάρχει μεγάλη πίεση», κατέληξε ο κ. Ηλιόπουλος.



