Ενώ οι ΗΠΑ και το Ιράν φαίνεται να αναζητούν μια «διέξοδο» από τον πόλεμο που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, οι κινήσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προμηνύουν μια μόνιμη αλλαγή στο παγκόσμιο στερέωμα: τη βαθιά διάβρωση των δεσμών με παραδοσιακούς συμμάχους.
Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, από την απόσυρση στρατευμάτων από τη Γερμανία μέχρι την υποτίμηση των επιθέσεων κατά στρατηγικών εταίρων στον Κόλπο, η πολιτική του Τραμπ αναβιώνει τους φόβους ότι οι ΗΠΑ ενδέχεται να αποδειχθούν αναξιόπιστες σε μια μελλοντική κρίση.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αρκετές χώρες -παραδοσιακοί σύμμαχοι- αρχίζουν να επαναξιολογούν τη στρατηγική τους σχέση με την Ουάσινγκτον, ενώ «αντίπαλοι» όπως η Κίνα και η Ρωσία αναζητούν ευκαιρίες για να εκμεταλλευτούν τα κενά που δημιουργούνται.
«Η αξιοπιστία των ΗΠΑ διακυβεύεται»
Αν και παραμένει ασαφές αν ο πόλεμος με το Ιράν θα αποτελέσει μόνιμο σημείο καμπής στις σχέσεις των ΗΠΑ με τον υπόλοιπο κόσμο, οι περισσότεροι αναλυτές θεωρούν ότι η απρόβλεπτη συμπεριφορά του Τραμπ μετά την επιστροφή του στην εξουσία επιταχύνει τη διάβρωση των αμερικανικών συμμαχιών.
Ο Μπρετ Μπρούεν, πρώην σύμβουλος της κυβέρνησης Ομπάμα και επικεφαλής της στρατηγικής εταιρείας Situation Room, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Η απερισκεψία του Τραμπ σε ό,τι αφορά το Ιράν προκαλεί ορισμένες δραματικές αλλαγές. Η αξιοπιστία των ΗΠΑ διακυβεύεται».
Οι εντάσεις ανάμεσα στον Τραμπ και τους Ευρωπαίους συμμάχους κορυφώθηκαν όταν οι ΗΠΑ συμμετείχαν μαζί με το Ισραήλ σε πλήγματα κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, με τον Αμερικανό Πρόεδρο να υποστηρίζει —χωρίς να παρουσιάσει αποδείξεις— ότι η Τεχεράνη βρισκόταν κοντά στην ανάπτυξη πυρηνικού όπλου.
Η απάντηση του Ιράν, με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, προκάλεσε ένα άνευ προηγουμένου παγκόσμιο ενεργειακό σοκ, με τις ευρωπαϊκές χώρες να συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους οικονομικούς χαμένους μιας σύγκρουσης που, όπως επισημαίνεται, «δεν είναι δική τους».
Μέτωπο με την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ
Το ρήγμα βάθυνε ακόμα περισσότερο όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την απόσυρση 5.000 στρατιωτών από τη Γερμανία, εξοργισμένος από τη δήλωση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς ότι οι Ιρανοί «ταπεινώνουν» τις ΗΠΑ.
Στη συνέχεια, το Πεντάγωνο ακύρωσε προγραμματισμένη ανάπτυξη πυραύλων cruise Tomahawk στη Γερμανία.
«Ο Πρόεδρος Τραμπ έχει καταστήσει σαφή την απογοήτευσή του με το ΝΑΤΟ και άλλους συμμάχους. […] Δεν θα επιτρέψει ποτέ στις ΗΠΑ να αντιμετωπίζονται άδικα και να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους λεγόμενους “συμμάχους”», δήλωσε η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Άννα Κέλι.
Η ίδια σημείωσε ότι ορισμένα αιτήματα των ΗΠΑ για χρήση στρατιωτικών βάσεων στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν απορρίφθηκαν από τις κυβερνήσεις που τις φιλοξενούν.
Ο Τραμπ δεν δίστασε να επιτεθεί και στον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, λέγοντας πως «δεν είναι ο Ουίνστον Τσόρτσιλ», ενώ το Πεντάγωνο άφησε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να αναστείλει τη συμμετοχή της Ισπανίας στο ΝΑΤΟ ή να επανεξετάσει την αναγνώριση της κυριαρχίας της Βρετανίας στα νησιά Φώκλαντ ως «τιμωρία» για την ελλιπή υποστήριξη στον πόλεμο.
Η Ευρώπη αναζητά μεγαλύτερη αυτονομία
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απαντούν ενισχύοντας τη μεταξύ τους συνεργασία, αναλαμβάνοντας μεγαλύτερο μέρος της άμυνάς τους και αναπτύσσοντας από κοινού οπλικά συστήματα ώστε να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ.
Ένας Ευρωπαίος διπλωμάτης χαρακτήρισε τις απειλές Τραμπ «ξεκάθαρο μήνυμα» ότι η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει περισσότερο στη δική της ασφάλεια, αν και παραδέχθηκε ότι οι ηγέτες της ηπείρου είναι προς το παρόν αναγκασμένοι να «αντέξουν τα χτυπήματα».
Ωστόσο, όπως σημειώνουν αναλυτές, οι Ευρωπαίοι διαθέτουν περιορισμένες επιλογές ως «μεσαίες δυνάμεις», ειδικά λόγω της εξάρτησής τους από την αμερικανική στρατηγική αποτροπή απέναντι σε μια πιθανή ρωσική απειλή.
Σύμφωνα με αναλυτές, αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες που στο παρελθόν χρησιμοποιούσαν κολακεία για να εκτονώσουν κρίσεις με τον Τραμπ, πλέον αντιλαμβάνονται καλύτερα τις διαπραγματευτικές του τακτικές και εμφανίζονται πιο πρόθυμοι να του αντισταθούν.
Παρότι αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες εκφράζουν ανησυχία για το μέλλον του ΝΑΤΟ, ο Πολωνός υπουργός Εξωτερικών Ράντοσλαβ Σικόρσκι υποστήριξε σε συνέδριο στη Βαρσοβία ότι δεν υπάρχει λόγος πανικού, αρκεί η Ευρώπη να τηρήσει τις δεσμεύσεις της για αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες — κάτι που ο Τραμπ απαιτεί εδώ και χρόνια.
Ανησυχία στον Κόλπο και την Ασία
Η δυσπιστία επεκτείνεται και πέρα από τον Ατλαντικό. Όταν το Ιράν επιτέθηκε με πυραύλους στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ο Τραμπ υποβάθμισε το γεγονός, προκαλώντας αναστάτωση στα κράτη του Κόλπου.
Παράλληλα, στην Ασία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα ανησυχούν ότι η ευαλωτότητα που έδειξε ο Τραμπ στις εγχώριες οικονομικές πιέσεις, όπως οι τιμές της βενζίνης, σημαίνει ότι μπορεί να διστάσει να παρέμβει σε μια πιθανή σύγκρουση με την Κίνα, όπως μια κινεζική εισβολή στην Ταϊβάν.
Ο Τακέσι Ιουάγια, πρώην ΥΠΕΞ της Ιαπωνίας, δήλωσε στο Reuters: «Αυτό που μας ανησυχεί περισσότερο είναι ότι η εμπιστοσύνη, ο σεβασμός και οι προσδοκίες προς τις ΗΠΑ -τον βασικό εταίρο στη συμμαχία που η Ιαπωνία εκτιμά περισσότερο- συρρικνώνονται. Θα μπορούσε να ρίξει μια βαριά σκιά πάνω από ολόκληρη την περιοχή».
Ο πρώην Ιάπωνας υπουργός Εμπορίου Γιασουτόσι Νισιμούρα υποστήριξε ότι γίνεται ολοένα και πιο σημαντικό για το Τόκιο να ενισχύσει τις σχέσεις του με «ομοϊδεάτες μεσαίες δυνάμεις», όπως η Βρετανία, ο Καναδάς, η Αυστραλία και οι ευρωπαϊκές χώρες.
Στρατηγικό κενό για Ρωσία και Κίνα
Αναλυτές προειδοποιούν ότι η χρήση ωμής βίας από τον Τραμπ μπορεί να ενθαρρύνει τη Ρωσία και την Κίνα να εντείνουν τις πιέσεις προς τους γείτονές τους.
Η Ρωσία έχει ήδη ωφεληθεί από τις υψηλές τιμές ενέργειας και την απόσπαση της προσοχής της Δύσης από την Ουκρανία.
Η Κίνα, από την πλευρά της, επιχειρεί να προβληθεί ως ο πιο «σταθερός» παγκόσμιος εταίρος, αν και η Βικτόρια Κόουτς, πρώην αναπληρώτρια σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Τραμπ, διαφωνεί.
«[Η Κίνα] Δεν έχει υπάρξει ακριβώς ισχυρός σύμμαχος για το Ιράν σε όλη αυτή την υπόθεση», σχολίασε.
Με τον Τραμπ να μην έχει δικαίωμα επανεκλογής, οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες εκφράζουν φόβους ότι μέχρι τον Ιανουάριο του 2029 θα νιώθει ελεύθερος «να κάνει ό,τι θέλει» στη διεθνή σκηνή, χωρίς περιορισμούς.



