Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στον Παντελή Τουτουντζή, ο Λευτέρης Πανταζής μίλησε για όλους και για όλα χωρίς φίλτρα. Αναφέρθηκε στο πως ξεκίνησε, στα παιδικά του χρόνια, στο σήμερα ενώ όταν μίλησε για την κόρη του, Κόνι Μεταξά, δεν δίστασε να δακρύσει κάνοντας μια συγκλονιστική εξομολόγηση.
Η εξομολόγηση του Λευτέρη Πανταζή
Τα πρώτα του βήματα στο τραγούδι
«Ο κόσμος με αγαπάει όπως είμαι. Είμαι ένα παιδί που μεγάλωσα μέσα στο πανεπιστήμιο του δρόμου, ένα παιδί του λαού, ένα παιδί που μεγάλωσε σε φτωχογειτονιές Πειραιά, Νίκαια, Κορυδαλλό, Κερατσίνι. Ένα παιδί που ήρθε με ένα καράβι από την μακρινή Σοβιετική ένωση και γονείς Πόντιους, πρόσφυγες. Εγώ έχω χάσει δυο μάνες, μία μάνα που με γέννησε και δεν την γνώρισα -ήμουν ενός χρονού και η αδερφή μου ήταν 2 χρονών- ο μπαμπάς έφερε άλλη μαμά η οποία μας μεγάλωσε. Έφυγε 33 χρονών η μαμά μου. Εγώ γεννήθηκα στην Ρωσία και ήρθαμε στην Ελλάδα σε ηλικία 8-9 ετών. Ήμασταν μια 6μελης οικογένεια, δυο κορίτσια, δυο αγόρια και λέγαμε “πάμε στην Ελλάδα, στον παράδεισο”.

Είχα δυο θείους στην Ρωσία, ο ένας ήταν δάσκαλος μουσικής, ο άλλος τραγουδιστής και κρυφοκοιτούσα και άκουγα στην σχολή όταν κάνανε μάθημα στα παιδιά και σιγοτραγουδούσα. Αυτό το ανακάλυψα όταν ήρθαμε στην Ελλάδα γιατί στο σχολείο ζωγράφιζα κιόλας αλλά ασχολούμουν και με την μουσική. Δεν είχαμε στον ήλιο μοίρα, ήρθαμε στην πατρίδα από ξένη χώρα. Για να επιβιώσει η οικογένεια λοιπόν όλοι δουλεύαμε. Εγώ ήμουν υδραυλικός και μετά ήμουν σε ένα επιπλάδικο, μετά πούλαγα χαλιά, μετά πούλαγα πάγο σε σπίτια, έκανα τον σουβλατζή αλλά πάνω από όλα ξεκίνησα σαν στιλβωτής παπουτσιών, έβαφα παπουτσάκι. Έχω ακόμα το κασελάκι σπίτι, σε 40 πλατινένιους. Κάθε μέρα που ξυπνάω αφού κάνω τον σταυρό μου που είμαι όρθιος και ζωντανός πριν ξεκινήσω για τις δουλειές μου περνάω από το γραφείο μου κοιτάω το κασελάκι και λέω “σε ευχαριστώ Θεέ μου” που ξεκίνησα με το κασελάκι κι από εκεί άρχισα να τραγουδάω στους δρόμους. Πήγαινα στα καφενεία με το κασελάκι, γυάλιζα παπούτσια ψιθύριζα και τραγούδια. 9 χρονών ήμουν τότε, βοηθούσαμε την οικογένεια όλοι να επιβιώσει.
Έβλεπα ότι όπου πήγαινα υπήρχε αγάπη και λέω “μήπως ήταν κάποιος πριν από μένα που δεν τελείωσε και μπήκα εγώ σε αυτό το σώμα και συνεχίζω αυτό που δεν τελείωσε αυτός;”. Εγώ δεν ξέρω να μιλάω Γαλλικά αλλά έχω τραγουδήσει Γαλλικά, το ίδιο και Ρώσικα γιατί είναι η μητρική μου γλώσσα. Έχω τραγουδήσει όλες τις γλώσσες χωρίς να τις ξέρω κι όταν πάω σε συναυλία και κάνω – με την καλή έννοια – τον κόσμο ότι θέλω. Τους λέω καθίστε, χειροκροτήστε, ανεβείτε στα τραπέζια και τραγουδήστε μαζί μου. Λέω έχω κάποια άλλη δύναμη που μπορώ και κάνω αυτό το πράγμα. Ευλογία στον Θεό, πίστη στον Χριστό; Δεν ξέρω τι είναι αυτό. Το ταλέντο; Γιατί εγώ δεν πήγα να μάθω Αγγλικά, δεν είχα χρήματα. Τις μιλάω όμως όλες τις γλώσσες με τα χέρια, με τα μάτια.
Ότι έχω ταλέντο το είπα όταν πήγα σχολείο με την κόρη ενός μπουζουξή. Ήμουν ο καλλιτεχνικός διευθυντής και καλά στα 12 μου. Στο τέλος όπως όλοι οι γονείς ήρθε κι αυτός στην σχολική γιορτή. Βγήκα και είπα το λουστράκο και έκλαιγαν οι μανούλες από κάτω και φώναξε ο μπουζουξής την κόρη του και της είπε “αυτόν τον θέλω στο σπίτι το απόγευμα, να έρθει από το σπίτι”. Πάω σπίτι του μου περνάει το αγωνία με λαχτάρα να σε νοιάζομαι κι άλλα 2-3 τραγούδια και την άλλη μέρα το 12χρονο τραγουδούσε σε ένα μπουζουκάδικο στο Αιγάλεω μαζί με την Φωτεινή Μαυράκη και τον Γιώργο Ταλιούρη. Ήμουν 12 χρονών και τα έλεγα νωρίς, στις 22:00 ας πούμε και μετά πήγαινα πίσω από τον ντραμίστα και κοιμόμουν. Το πρωί 8-9 που τελειώναμε με ξυπνούσαν και πηγαίναμε και με κέρναγε ο μπουζουξής ένα γάλα.
Η μητέρα μου ήθελε να γίνω δικηγόρος και γιατρός και είχα κόντρα μαζί της. Ο πατέρας μου μού έκλεινε το μάτι. Ήθελε να γίνω τραγουδιστής γιατί έβλεπε την κάψα μου. Την πρώτη φορά που έβαλαν την ταμπέλα “Πανταζίδης” -έτσι λεγόμουν από την γιαγιά- και είδα το νέον περνούσα συνέχεια έξω από το μαγαζί να βλέπω το όνομά μου και έκλαιγα. Σε ταβερνάκια πήγαινα.

Κανείς δεν με έφτιαξε. Μόνος μου. Ένας λαδάς με έστειλε σε ένα μαγαζί να με ακούσουν. Η πρώτη κρυάδα ήταν τρομακτική. Πάω σε ένα μαγαζί, το αφεντικό ήταν ο μπαμπάς του ηχολήπτη της Άννας Βίσση και τραγουδούσε εκεί η Πόπη Αστέρη. Ένας τύπος με μουστάκι, αλυσίδες κι ένα πιστόλι. Και πήγα εκεί να με ακούσουν. Του λέω ήρθα να με ακούσετε και μου λέει “κάτσε εκεί”. Εκεί που καθόμουν αμέριμνος λοιπόν μπαίνουν μέσα δυο θηρία και κάθονται μπροστά μου και σηκώνομαι εγώ να φύγω σιγά σιγά προς τα έξω και μου φωνάζει “που πας;”, “τουαλέτα” του λέω κι ακόμα τρέχω. Έφτασα στο Αιγάλεω στο σπίτι μου σε 10 λεπτά τρέχοντας. Ήταν η πρώτη μου τραυματική εμπειρία. Μετά με βρήκε ο μπουζουξής και πήγα στα ταβερνάκια.
Αρχίζω εγώ λοιπόν και γράφω τραγούδια για να κάνω τον πρώτο μου δίσκο και τον πάω στην πιο δυνατή εταιρία της εποχής. Άφησα την κασετούλα μου και μου είπαν θα με πάρουν τηλέφωνο. Έκανα μιάμιση ώρα να φτάσω σπίτι γιατί πήγαινα με τα πόδια επειδή δεν είχαμε λεφτά και με το που φτάνω μου λέει η μάνα μου “πάρε αυτά τα ψηλά να πάρεις λεωφορείο να πας πάλι πίσω, με πήραν τηλέφωνο να ξαναπας”. Μέχρι να φτάσω εγώ σπίτι μου αυτός άκουσε την κασέτα.

Ένα τραγούδι από αυτά, το “Μια εμπειρία ακόμα” το έχω γράψει εγώ για την Καίτη Φίνου, έχω γράψει και για την Άντζελα, το “Δεν πειράζει” επειδή είχαμε χωρίσει. Ήρθε ο φίλος μου και μου λέει αυτό το τραγούδι ταιριάζει σε αυτή την κατάσταση που είσαι τώρα που έχεις χάσει 11 κιλά και δεν τρως καθόλου και μου δίνει το τραγούδι και το έγραψα σε τρία λεπτά. Δεν πήγαινε τίποτα κάτω τότε. Τραγουδάω με τον Χριστοδουλόπουλο το “Παντρεμένοι και οι δυο” και με παίρνει μαζί του και η κόρη του μου γράφει τραγούδια. Αυτά τα τραγούδια άκουσε αυτός από την εταιρία και με πήρε να υπογράψω γιατί είδε στα μάτια μου τον νέο Βοσκόπουλο.
Στα πρώτα μου βήματα έφαγα μόνο πόλεμο. Δεν με άφηναν να τραγουδήσω τα τραγούδια μου στις πίστες κι αρρώστησε ένας τραγουδιστής και κάπως έτσι βγήκα εγώ και είπα στην πίστα τα τραγούδια μου, τα οποία ακουγόντουσαν σε όλη την Ελλάδα αλλά δεν με άφηναν να τα πω στην πίστα. Δυο τραγούδια είπα και έπεσε το μαγαζί. Ήρθε ο τραγουδιστής αφού έγινε καλά αλλά δεν έφυγα, έβγαινα κι εγώ και μετά από εκεί με είδαν όλοι οι επιχειρηματίες.

Δεν καβάλησα ποτέ το καλάμι. Φοβόμουν μην έρθει κάποιος να με σκοτώσει όμως. Μετά από κανένα χρόνο μου πέρασε αυτός ο φόβος και η εμμονή που είχα. Έλεγα συνέχεια ότι κάποιος θα έρθει να με σκοτώσει. Ένα σακάκι, τότε συλλεκτικό, έκανε να το πάρεις όσο κάνει σήμερα ένα διαμέρισμα. Δούλευα 7 μήνες για να πάρω 6-7 ρούχα, αλλά δε με πείραζε, τα έδινα. Έπαιρνα ίδια παπούτσια, ίδια χρώματα, ίδιες ζώνες. Η μόδα του τότε σήμερα ξανά ήρθε. Για να έρθει να δει τότε ο κόσμος τον ΛεΠά, έπρεπε να ντυθεί καλά. Οι γυναίκες πήγαιναν στο κομμωτήριο, φορούσαν ωραία ρούχα. Έκανα μόδα.
Είχα μια κοπέλα τότε, την Όλγα Φιλίππου, ήταν ντουέτο με την αδερφή της η οποία κάποια στιγμή παντρεύτηκε έναν Ιταλό στη Βερόνα και είχαν μια πιτσαρία κι εγώ αφού τα είχα μαζί της λέω πάμε να την δούμε και πήγαμε μια εβδομάδα να δούμε την αδερφή της και να κάνουμε διακοπές και με πάει σε ένα μαγαζί στην Βερόνα σε έναν ωραίο τύπο με μουστάκι και με ερωτεύτηκε αυτός και έλεγε “δώστε μου αυτόν τον τύπο να τον ντύσω” και κάπως έτσι μου κόλλησε την αρρώστια του ρούχου.
Η Βίκυ Καγιά, ο Καρβέλας και η Άννα
«Ήταν 15 χρονών, πανέξυπνη, είχε έρθει με την μαμά της. Ο Νίκος Καρβέλας τότε είχε χωρίσει με την Άννα πάω σπίτι του λοιπόν στην Αγγλία δεν είναι καλά και μου λέει θα σου παίξω 2-3 τραγούδια. Μου τα βάζει, τελειώνουμε και μου λέει “θα σου παίξω ένα τραγούδι τώρα που θα το έχεις σφραγίδα για όλη σου την ζωή”. Δεν έχει φύλο το τραγούδι μπορεί να το αφιερώσει ο καθένας όπου θέλει. Και μου έπαιξε “το ωραιότερο πλάσμα του κόσμου για μένα είσαι εσύ”.
Γυρίζουμε στην Αθήνα και τους έχω και τους δυο μαζί στο μαγαζί και τότε έγινε ξανά η επανασύνδεση. Τους αγαπώ και τους δυο. Πρέπει αυτό το σχήμα Άννα να ξαναγίνει!»
Η κόρη του, Κόνι
Έγινα πατέρας στα 34, ήθελα να κάνω παιδί. Ζήλευα την Βίσση, την Άντζελα, όσους είχαν παιδιά κι εγώ δεν είχα. Τότε βρήκα ένα κορίτσι πανέμορφο, σαν την Ζωή Λάσκαρη ήταν μια κούκλα η Ζώζα (αναφέρεται στην Ζώζα Μεταξά) και ο Θεός ήθελε, έστω από τύχη, να γεννηθεί η κόρη μου Κωνσταντίνα.
Αυτό το τρελό ταλέντο το οποίο έχει σπουδάσει και κάνει πολλά πράγματα. Δεν θα έλεγα ότι είναι εύκολο παιδί. Η Κόνι ρισκάρει και μου αρέσει αυτό, αυτοσαρκάζεται, της αρέσουν τα ταξίδια, δεν φοβάται, απλά έχει άγχος πολύ. Αυτό δουλεύουμε τώρα γιατί είμαστε στα καλύτερά μας. Ευχαριστώ την Ζώζα που μου έδωσε το μεγαλύτερο σουξέ της ζωής μου.
Το παιδί μου είναι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί, το ξέρει της το έχω πει. Θέλω όλοι οι γονείς αν γίνεται να μην χωρίζουν, ποτέ να μην είναι μακριά από τα παιδιά τους, τα παιδιά δεν φταίνε σε τίποτα, οι δικοί μας εγωισμοί φταίνε. Δεν μιλάω για εμένα, γενικά. Τα παιδιά θέλουν τους γονείς, τους θέλουν μαζί ασχέτως αν έχουν χωρίσει. Πάντα θέλουν τα παιδιά να είναι εκεί οι γονείς τους. Θέλουν αγάπη τα παιδιά, δεν θέλουν να ψάχνουν στους δρόμους τον κανέναν και να καταστρέφονται. Θέλουν εκεί που έχουν μεγαλώσει, εκεί που έχουν πάρει τα πρώτα σκιρτήσματα της ζωής, εκεί που έμαθαν να λένε πρώτη φορά μαμά και μπαμπά. Σας παρακαλώ, ακόμα και να είστε χωρισμένοι θέλω να είστε κοντά στα παιδιά σας, να σώσουμε όσα προλαβαίνουμε», είπε με δάκρυα στα μάτια.
Υπενθυμίζουμε πως πριν από λίγους μήνες η σχέση τους είχε περάσει μια μεγάλη κρίση, η οποία όπως όλα δείχνουν σήμερα έχει ξεπεραστεί.



