Σε μια νέα, πιο απαιτητική φάση εισέρχεται ο κλάδος της εστίασης, με την σημερινή (25.2.2026) πανελλαδική απεργία των εργαζομένων στον επισιτισμό και τον τουρισμό να αναδεικνύει τις συσσωρευμένες πιέσεις που αντιμετωπίζει η αγορά.
Η κινητοποίηση των εργαζομένων πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με πολλαπλές προκλήσεις, τόσο σε επίπεδο οικονομικών επιδόσεων όσο και σε επίπεδο εργασιακών συνθηκών. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν υποχώρηση της δραστηριότητας στην εστίαση, σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις που προσφέρουν καταλύματα, που συνεχίζουν ανοδικά.
Συγκεκριμένα, το 2025 ο κύκλος εργασιών (τζίρος) των επιχειρήσεων εστίασης μειώθηκε κατά 3,4%, ενώ τα καταλύματα κατέγραψαν αύξηση 3,3%, αναδεικνύοντας την απόκλιση μεταξύ των δύο βασικών πυλώνων του τουρισμού. Η μείωση του τζίρου αντανακλά, σε μεγάλο βαθμό, την υποχώρηση της κατανάλωσης, καθώς οι καταναλωτές εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι στις δαπάνες για εστίαση λόγω του περιορισμένου διαθέσιμου εισοδήματος.
Η πτώση του τζίρου σε συνδυασμό με το αυξημένο λειτουργικό κόστος, από τις πρώτες ύλες έως την ενέργεια, δημιουργεί ένα ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις εστίασης, πολλές από τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες με περιορισμένα περιθώρια κέρδους και αυξημένες ανάγκες ρευστότητας.
Παράλληλα, η μείωση της ζήτησης και οι μεταβολές στις καταναλωτικές συνήθειες, όπως η στροφή σε πιο οικονομικές επιλογές ή ο περιορισμός των εξόδων εκτός σπιτιού, αναδιαμορφώνουν τη δυναμική της αγοράς, καθιστώντας πιο δύσκολη τη διατήρηση σταθερού τζίρου, ιδιαίτερα για τις μικρότερες επιχειρήσεις.
Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι καταγγέλλουν προβλήματα που σχετίζονται με τις αμοιβές, την ασφάλιση και τις συνθήκες εργασίας, ενώ παράλληλα επισημαίνουν καθυστερήσεις σε παροχές, όπως το επίδομα ανεργίας για τους εποχικά απασχολούμενους.
Η κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις προσωπικού που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια, δημιουργεί ένα σύνθετο περιβάλλον, όπου η ανάγκη για συγκράτηση του κόστους από την πλευρά των επιχειρήσεων συναντά τις διεκδικήσεις για καλύτερες συνθήκες εργασίας, καθιστώντας την εξισορρόπηση των δύο βασική πρόκληση για τον κλάδο.
Τα βασικά αιτήματα των εργαζομένων
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στον Επισιτισμό – Τουρισμό (ΠΟΕΕΤ), με επιστολή της προς την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Νίκη Κεραμέως, έχει θέσει μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα, ζητώντας άμεσες απαντήσεις.
Ειδικότερα, οι εργαζόμενοι ζητούν:
- Την υπογραφή Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας στον επισιτισμό και την εστίαση, με πρόβλεψη για αυξήσεις στους μισθούς
- Την κατοχύρωση του 5ήμερου, 8ωρου και 40ωρου, καθώς και προσαύξηση αμοιβής σε περίπτωση εργασίας έκτης ημέρας, αντίστοιχη με όσα ισχύουν σε άλλους κλάδους της οικονομίας
- Την επαναφορά της χρονικής διάρκειας του επιδόματος ανεργίας των εποχικά εργαζομένων στα προ μνημονίου επίπεδα, καθώς και την κάλυψη στο 80% του μισθού, όπως ισχύει και για άλλες κατηγορίες ανέργων
- Την αντιμετώπιση της ψευδώς υποδηλωμένης εργασίας
- Την ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών
- Τη λήψη ουσιαστικών μέτρων υγείας και ασφάλειας σε όλους τους χώρους εργασίας
Μείωση τζίρου στην εστίαση, αλλά αύξηση στα καταλύματα
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν μια σαφή διαφοροποίηση μεταξύ των δύο βασικών πυλώνων του τουρισμού. Το 2025, ο τζίρος των επιχειρήσεων εστίασης ανήλθε σε 10,73 δισ. ευρώ, καταγράφοντας μείωση 3,4% σε σχέση με το 2024.
Αντίθετα, οι επιχειρήσεις καταλυμάτων κινήθηκαν ανοδικά, με τον τζίρο να αυξάνεται κατά 3,3% και να διαμορφώνεται στα 11,76 δισ. ευρώ, γεγονός που αναδεικνύει τις διαφορετικές ταχύτητες που καταγράφονται στον ευρύτερο τουριστικό κλάδο.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και σε περιφερειακό επίπεδο. Στην εστίαση, σημαντικές απώλειες σημειώθηκαν σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, όπως η Θήρα (-15,5%) και η Μεσσηνία (-8,1%), ενώ μικρότερες αυξήσεις καταγράφηκαν σε περιοχές όπως η Κέρκυρα (+3,7%) και το Ηράκλειο (+1,1%).
Παρόμοια εικόνα καταγράφηκε και στο τελευταίο τρίμηνο του 2025, όπου ο τζίρος της εστίασης υποχώρησε κατά 3,8% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, με τις μεγαλύτερες απώλειες να εντοπίζονται στη Μύκονο (-15,7%) και τη Μεσσηνία (-15,1%).



