Η Σαουδική Αραβία χαιρέτισε την προαναγγελθείσα αποχώρηση των στρατευμάτων των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από την Υεμένη, αλλά η σαουδαραβική πλευρά έδωσε έμφαση σε ένα άλλο σημείο. Η σαουδαραβική κυβέρνηση αναμένει ότι τα ΗΑΕ θα σταματήσουν να στηρίζουν τους αυτονομιστές, την ώρα που ο υπό το Ριάντ συνασπισμός κλιμάκωσε τη στρατιωτική πίεση στη νότια Υεμένη και ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν συζήτησε στο Ριάντ το ενδεχόμενο πολιτικής λύσης.
Η σαουδαραβική πηγή που επικαλέστηκε το Γαλλικό Πρακτορείο έθεσε ως βασικό ζητούμενο τη στάση του Αμπού Ντάμπι απέναντι στους αυτονομιστές. «Η Σαουδική Αραβία θέλει να δει εάν τα Εμιράτα θα σταματήσουν να υποστηρίζουν τους αυτονομιστές. Αυτό που μετρά, είναι η στήριξή τους στους αυτονομιστές», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο.
Τα ΗΑΕ ανακοίνωσαν σήμερα ότι αποσύρουν τις εναπομείνασες δυνάμεις τους στην Υεμένη και συνέδεσαν την κίνηση με την παρουσία τους στη χώρα, όπου στηρίζουν ένα αυτονομιστικό κίνημα που πρόσφατα πήρε τον έλεγχο τεράστιων εκτάσεων. Η σαουδαραβική πλευρά χαρακτήρισε θετικό το μέτρο, αλλά η ίδια πηγή ζήτησε να φανεί το πρακτικό αποτέλεσμα. «Αυτό είναι ένα καλό μέτρο αποκλιμάκωσης, αλλά πώς αυτό θα ερμηνευτεί αυτό συγκεκριμένα;», δήλωσε η σαουδαραβική πηγή που ζήτησε να μην κατονομαστεί.
Η Σαουδική Αραβία ηγείται του συνασπισμού που στηρίζει την κυβέρνηση στην Υεμένη και η ίδια κάλεσε το αυτονομιστικό κίνημα του Μεταβατικού Συμβουλίου του Νότου (STC) να αποχωρήσει από κατακτημένες περιοχές, αλλά το STC αρνήθηκε. Ο συνασπισμός βομβάρδισε την Τρίτη το λιμάνι αλ Μουκάλα στη νότια Υεμένη, το οποίο βρίσκεται στα χέρια του STC, ενώ το επίσημο σαουδαραβικό πρακτορείο ειδήσεων SPA περιέγραψε τον στόχο των βομβαρδισμών ως «μεγάλη ποσότητα όπλων και οχημάτων μάχης» που προορίζονταν για τους αυτονομιστές και είχαν μόλις εκφορτωθεί από πλοία που έρχονταν από το λιμάνι Φουτζάιρα των Εμιράτων.
Το Ριάντ κατηγόρησε στη συνέχεια τα ΗΑΕ ότι βρίσκονται πίσω από την πρόσφατη προώθηση των αυτονομιστών και έκρινε ότι οι ενέργειες του Αμπού Ντάμπι συνιστούν «απειλή για την ασφάλεια» της Σαουδικής Αραβίας και της περιοχής. Τα Εμιράτα ανέφεραν ότι το φορτίο από τα Εμιράτα που εκφορτώθηκε στην Υεμένη δεν περιλάμβανε «κανένα όπλο» και τα ίδια διέψευσαν ότι «πυροδότησαν τη σύγκρουση».
Παράλληλα σήμερα, ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν συνάντησε τον Σαουδάραβα ομόλογό του στο Ριάντ και οι δύο πλευρές συζήτησαν την εξεύρεση πολιτικής λύσης στην κρίση στην Υεμένη, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο του. Η συνάντηση έγινε την επόμενη ημέρα του αεροπορικού βομβαρδισμού υπό το Ριάντ στο λιμάνι αλ Μουκάλα, ενώ η εξέλιξη αύξησε την ένταση μεταξύ του Ριάντ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Η Υεμένη αποτελεί τη φτωχότερη χώρα της αραβικής χερσονήσου και η χώρα βρίσκεται στο κέντρο περιφερειακών αντιπαλοτήτων, ενώ η μακρά σύγκρουση με τους φιλοϊρανούς αντάρτες Χούθι έχει ήδη αποδυναμώσει το κράτος. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προσχώρησαν στον υπό το Ριάντ συνασπισμό κατά των Χούθι το 2015, αλλά τα Εμιράτα απέσυραν το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών τους τέσσερα χρόνια αργότερα.
Η σύγκρουση που ξέσπασε το 2014 μεταξύ, από τη μία πλευρά, της κυβέρνησης και των συμμάχων της, εκ των οποίων το STC, και, από την άλλη, των Χούθι, μετρά ήδη εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, κατακερμάτισε τη χώρα και δημιούργησε μία από τις χειρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις στον κόσμο, ενώ η εκεχειρία που συμφωνήθηκε το 2022 τηρείται σε γενικές γραμμές.
Τις τελευταίες εβδομάδες, ο συνασπισμός υπό τη Σαουδική Αραβία συγκρούεται με τους υποστηριζόμενους από τα ΗΑΕ αυτονομιστές στη νότια Υεμένη, ενώ τα Εμιράτα δήλωσαν ότι τερματίζουν τη στρατιωτική τους αποστολή εκεί και ανέδειξαν ένα διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ των συμμάχων του Κόλπου.






