Η απόφαση Τραμπ να άρει προσωρινά ορισμένους περιορισμούς στο ρωσικό πετρέλαιο προσέφερε μια γεωπολιτική νίκη στον Πούτιν, επιπλέον του οφέλους που ήδη λαμβάνει ο επιβαρυμένος από τον πόλεμο προϋπολογισμός της Ρωσίας λόγω των εκτινασσόμενων τιμών της ενέργειας, σημειώνουν New York Times.
Η αμερικανική κίνηση, αποσκοπεί στο να μετριάσει το ενεργειακό σοκ που συνόδευσε τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στο Ιράν και κατά καιρούς οδηγεί την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Ο κόσμος χρειάζεται κάθε βαρέλι πετρέλαιο
Αναλυτές δήλωσαν ότι δεν πιστεύουν πως η αναστολή των κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο θα μειώσει ουσιαστικά το σοβαρότερο σοκ προσφοράς στην παγκόσμια αγορά από τη δεκαετία του 1970, δεδομένου ότι η Ρωσία κατάφερνε να μεταφέρει και να πουλά το πετρέλαιό της επί χρόνια παρά τους περιορισμούς.
«Αυτή τη στιγμή, προφανώς, ο κόσμος χρειάζεται κάθε επιπλέον βαρέλι που είναι διαθέσιμο και μπορώ να καταλάβω γιατί ο Λευκός Οίκος, υπό πολιτική πίεση, θα ήθελε να “τσεκάρει” αυτό το κουτάκι», δήλωσε ο ενεργειακός αναλυτής Πάβελ Μολτσάνοφ της Raymond James. «Αλλά δεν πρόκειται να κάνει ουσιαστική διαφορά».
Οι ευρωπαϊκές χώρες, που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της επιβολής κυρώσεων στη Ρωσία και αντιμετωπίζουν επίσης υψηλότερες τιμές ενέργειας, αντιτάχθηκαν στην αμερικανική κίνηση. Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου την Παρασκευή ότι η απόφαση «σίγουρα δεν βοηθά την ειρήνη», προσθέτοντας: «Αυτή η μεμονωμένη χαλάρωση από την Αμερική και μόνο θα μπορούσε να δώσει στη Ρωσία περίπου 10 δισεκατομμύρια δολάρια για τον πόλεμο».
Η προσωρινή χαλάρωση των αμερικανικών περιορισμών, σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, θα μπορούσε να μειώσει την έκπτωση που αναγκάστηκε να προσφέρει η Ρωσία στους αγοραστές του πετρελαίου της μετά την εισβολή στην Ουκρανία πριν από τέσσερα χρόνια. Ωστόσο, το πραγματικό όφελος για τη Ρωσία, σημείωσαν, προέρχεται από τις υψηλότερες τιμές, τις οποίες είχε ήδη προκαλέσει η σύγκρουση με το Ιράν πριν οι Ηνωμένες Πολιτείες χαλαρώσουν τους περιορισμούς.
Η διάθεση στη Μόσχα ήταν θριαμβευτική, μετά από χρόνια κατά τα οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκές χώρες προσπαθούσαν να στερήσουν από τη ρωσική οικονομία τα ενεργειακά έσοδα που χρειάζεται για τη χρηματοδότηση της πολεμικής της μηχανής. Ρώσοι αξιωματούχοι δήλωσαν ότι η αμερικανική κίνηση έδειξε πως η Ρωσία δεν μπορεί να απομακρυνθεί από τον κεντρικό της ρόλο στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.
Θριαμβολογεί η Μόσχα
Ο Κίριλ Ντμίτριεφ, ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν για ξένες επενδύσεις και οικονομική συνεργασία, καυχήθηκε σε ανάρτηση στο Telegram ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «στην ουσία αναγνωρίζουν το προφανές: χωρίς το ρωσικό πετρέλαιο, η παγκόσμια ενεργειακή αγορά δεν μπορεί να παραμείνει σταθερή».
Ο Ντμίτριεφ συναντήθηκε αυτή την εβδομάδα στη Φλόριντα με τον Στιβ Γουίτκοφ, ειδικό απεσταλμένο του προέδρου Τραμπ, και τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του προέδρου. Συζήτησαν ενεργειακά ζητήματα, εκτός από τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις που ηγούνται οι Γουίτκοφ και Κούσνερ.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ δήλωσε την Παρασκευή σε δημοσιογράφους ότι τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας έχουν ευθυγραμμιστεί στο τρέχον περιβάλλον και χαιρέτισε την αμερικανική απόφαση.
Η απόφαση ελήφθη καθώς η κυβέρνηση Τραμπ προσπαθούσε να περιορίσει το ενεργειακό σοκ που προκλήθηκε από διαταραχές στην παραγωγή χωρών του Κόλπου και το de facto κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, μιας βασικής οδού διέλευσης πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η Ουάσιγκτον είχε προηγουμένως εκδώσει εξαίρεση 30 ημερών που επέτρεπε στην Ινδία να αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο, κάνοντας στροφή μετά την πίεση της κυβέρνησης Τραμπ προς το Νέο Δελχί να σταματήσει τις αγορές πέρυσι. Ινδικές εταιρείες κινήθηκαν γρήγορα για να αγοράσουν το διαθέσιμο ρωσικό πετρέλαιο στην αγορά.
Από τότε που ο Πούτιν ξεκίνησε την πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία πριν από τέσσερα χρόνια, η Κίνα, η Τουρκία και η Ινδία συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου.
Σανίδα σωτηρίας στο Κρεμλίνο
Οι εκτοξευμένες τιμές ενέργειας και η χαλάρωση των κυρώσεων κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης με το Ιράν έχουν προσφέρει στο Κρεμλίνο μια σανίδα σωτηρίας σε μια δύσκολη οικονομική στιγμή.
Την Τρίτη, το ρωσικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι τα έσοδά του έχουν μειωθεί περισσότερο από 10% από την αρχή του έτους, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα έφτασε τα 43 δισεκατομμύρια δολάρια, πάνω από το 90% όσων είχαν προβλεφθεί για ολόκληρο το 2026.
Τώρα, οι τιμές έχουν αυξηθεί και οι περιορισμοί έχουν εξαφανιστεί για τα βαρέλια πετρελαίου που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στη θάλασσα: περίπου 100 εκατομμύρια, σύμφωνα με τον Ντμίτριεφ.
Ο ρωσικός προϋπολογισμός αναμένεται να αυξάνεται κατά περισσότερο από 1,6 δισεκατομμύρια δολάρια τον μήνα για κάθε αύξηση 10 δολαρίων στην τιμή του αργού του, σύμφωνα με τον Σεργκέι Βακουλένκο, ανώτερο ερευνητή στο Carnegie Russia Eurasia Center στο Βερολίνο και πρώην ανώτερο στέλεχος της Gazprom Neft.
Μέχρι την Παρασκευή, το σημείο αναφοράς του ρωσικού πετρελαίου Urals είχε αυξηθεί κατά περίπου 30 δολάρια το βαρέλι σε σχέση με πριν από τον πόλεμο με το Ιράν, σύμφωνα με την Argus Media. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα λαμβάνει περισσότερα από 150 εκατομμύρια δολάρια επιπλέον κάθε μέρα.
Στροφή 180 μοιρών στην αμερικανική πολιτική
Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε ότι «η τρέχουσα κατάσταση δεν δικαιολογεί την άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας». Ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς εξέφρασε παρόμοια άποψη.
Η ενεργειακή κρίση στη Μέση Ανατολή έχει τη δυνατότητα να κάνει περισσότερα από το να στηρίξει τον ρωσικό προϋπολογισμό, πάνω από το ένα τρίτο του οποίου δαπανάται για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Θα μπορούσε επίσης να μεταβάλει τη διαπραγματευτική ισχύ του Κρεμλίνου στην παγκόσμια αγορά, με χώρες της Ασίας να αρχίζουν να βλέπουν τη Μόσχα ως πιο αναγκαίο μακροπρόθεσμο εταίρο, υπογραμμίζουν οι New York Times.
Η νέα αυτή προσέγγιση σηματοδοτεί μια απότομη στροφή στην πολιτική των ΗΠΑ. Προηγουμένως, η Ουάσιγκτον τηρούσε σκληρή στάση απέναντι σε χώρες που αγόραζαν ρωσικό πετρέλαιο, επιβάλλοντας τον Αύγουστο έναν τεράστιο δασμό 50% στην Ινδία, λόγω καταγγελιών ότι η χώρα αγόραζε ρωσικό αργό, βοηθώντας έτσι στη χρηματοδότηση του πολέμου.
Ως αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος του πετρελαίου που τελούσε υπό κυρώσεις παρέμεινε σε τάνκερ στα ανοικτά των ακτών της Ινδίας και άλλων ασιατικών χωρών, με τους εμπόρους να αναζητούν αγοραστές πρόθυμους να το δεχτούν. Ωστόσο, αναλυτές όπως ο Γουόρεν Πάτερσον της ING, σημειώνουν, στο BBC ότι η κίνηση αυτή «απλώς ξύνει την επιφάνεια» του προβλήματος εφοδιασμού σε ενέργεια.
Ο Μπέντζαμιν Χίλγκενστοκ από τη Σχολή Οικονομικών του Κιέβου, υποστήριξε ότι πρόκειται για μια «σοβαρή οικονομική διάσωση» του καθεστώτος Πούτιν. Η κίνηση αυτή στέλνει το μήνυμα στο Κρεμλίνο πως «αν περιμένεις αρκετά, η Δύση θα λυγίσει». Ο Χίλγκενστοκ θεωρεί ότι η κρίση στα Στενά του Ορμούζ λειτούργησε ως «ανωτέρα βία», ωθώντας το καθεστώς των κυρώσεων πέρα από τα όριά του. «Η πρόκληση είναι τόσο μαζική, που η ικανότητα ελιγμών έχει χαθεί προς το παρόν», δήλωσε στο BBC.



