Μια εσωτερική αξιολόγηση των ΗΠΑ δείχνει ότι το Ισραήλ είχε αμφιβολίες για το κατά πόσον ο Λίβανος θα μπορούσε να αφοπλίσει τη Χεζμπολάχ, ακόμη και πριν το Ισραήλ ξεκινήσει αεροπορική εκστρατεία εναντίον της οργάνωσης τη Δευτέρα, γράφει ο Guardian και επικαλείται ένα τηλεγράφημα που διέρρευσε.
Το τηλεγράφημα της αμερικανικής πρεσβείας δείχνει ότι, την παραμονή των αμερικανοϊσραηλινών πληγμάτων κατά του Ιράν, Ισραηλινοί αξιωματούχοι είχαν πει στην Ουάσινγκτον ότι η Χεζμπολάχ ανασυγκροτούσε τις στρατιωτικές της δυνατότητες ταχύτερα απ’ όσο οι ένοπλες δυνάμεις του Λιβάνου μπορούσαν να τις αποδυναμώσουν. Ανέφερε μάλιστα ότι ούτε η Βηρυτός ούτε η Δαμασκός μπορούσαν να θεωρηθούν αξιόπιστες ως προς τον περιορισμό της απειλής από την Χεζμπολάχ, στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ.
Οι ανησυχίες για την Τουρκία
Το τηλεγράφημα της 27ης Φεβρουαρίου, το οποίο περιήλθε σε γνώση του Guardian, εστάλη στην Ουάσινγκτον μία ημέρα πριν το Ισραήλ και οι ΗΠΑ εξαπολύσουν την αεροπορική τους εκστρατεία κατά του Ιράν, σκοτώνοντας τον ανώτατο ηγέτη της χώρας, τον Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, και προκαλώντας την Τεχεράνη να εξαπολύσει αντίποινα πλήγματα σε ολόκληρη την περιοχή.
Τρεις ημέρες μετά την αποστολή του αμερικανικού τηλεγραφήματος, το Ισραήλ εξαπέλυσε το πρώτο από ένα κύμα αεροπορικών επιδρομών εναντίον περιοχών στο νότιο τμήμα της Βηρυτού που τελούν υπό την κυριαρχία της Χεζμπολάχ.
Το τηλεγράφημα ανέφερε ότι το Ισραήλ αμφέβαλλε κατά πόσο η νέα ηγεσία της Συρίας μπορούσε να ελέγξει τις ίδιες της τις δυνάμεις ασφαλείας και ότι ήταν «ιδιαιτέρως» ανήσυχο για την ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στη Συρία, προειδοποιώντας πως αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει στρατηγική απειλή για το βόρειο Ισραήλ.
Επίσης υποστήριζε ότι Τούρκοι αξιωματούχοι είχαν «επανειλημμένως υποκινήσει κατά του Ισραήλ στη Συρία», παρότι Ισραηλινοί και Τούρκοι αξιωματούχοι εθνικής ασφάλειας διατηρούσαν συμφωνίες «αποκλιμάκωσης» (de-confliction).
Το τηλεγράφημα ανέφερε ότι αυτό υποδήλωνε πως η Άγκυρα ακολουθούσε διττή στρατηγική — διαχειριζόμενη ιδιωτικά τις σχέσεις με το Τελ Αβίβ, ενώ παράλληλα ενίσχυε τη στρατιωτική της θέση στη Συρία εις βάρος του Ισραήλ.
Το τηλεγράφημα προοριζόταν ως ενημερωτικό υπόμνημα για τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ενόψει ταξιδιού του στο Ισραήλ που τελικά ακυρώθηκε. Συντάχθηκε υπό την αιγίδα του πρέσβη των ΗΠΑ στο Ισραήλ, Μάικ Χάκαμπι.
Ο αφοπλισμός της Χεζμπολάχ
Αυτοχαρακτηριζόμενος χριστιανός σιωνιστής, ο Χάκαμπι είχε λίγες ημέρες νωρίτερα δηλώσει στον Αμερικανό δημοσιογράφο Τάκερ Κάρλσον ότι θα ήταν «εντάξει» αν το Ισραήλ καταλάμβανε εδάφη που εκτείνονται από τον Νείλο έως τον Ευφράτη, περιλαμβάνοντας τον Λίβανο, τη Συρία, την Ιορδανία και τμήματα του Ιράκ και της Σαουδικής Αραβίας. Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν διπλωματικό σκάνδαλο και καταδίκη από 14 κυβερνήσεις, ωθώντας την πρεσβεία να δηλώσει ότι «η αμερικανική πολιτική δεν έχει αλλάξει».
Το τηλεγράφημα της πρεσβείας ανέφερε επίσης ότι Ισραηλινοί αξιωματούχοι είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους πως το λιβανικό κράτος θα κινηθεί ποτέ εναντίον της Χεζμπολάχ. Σύμφωνα με την εσωτερική έκθεση, το Ισραήλ «τρέφει σοβαρές αμφιβολίες ότι η Χεζμπολάχ θα συμφωνήσει να παραδώσει τα όπλα της» και αμφισβητεί τη «δέσμευση της λιβανικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τη Χεζμπολάχ ώστε να ανακτήσει τον έλεγχο ολόκληρης της λιβανικής επικράτειας».
Η ιρανική χρηματοδότηση εξακολουθούσε να φτάνει στην οργάνωση «μέσω της Τουρκίας και αλλού», ανέφερε το τηλεγράφημα, παρά την εκεχειρία του Νοεμβρίου 2024. Οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις, πρόσθετε, είχαν ήδη αναγκαστεί «να επαναλάβουν στρατιωτικές επιθέσεις κατά της Χεζμπολάχ ως αποτέλεσμα».
Ο λιβανικός στρατός ανακοίνωσε τον Ιανουάριο ότι ανέλαβε την ασφάλεια στον νότιο Λίβανο — κίνηση που το Ισραήλ υποδέχθηκε με σκεπτικισμό. Το γραφείο του πρωθυπουργού, Μπενιαμίν Νετανιάχου, δήλωσε ότι οι προσπάθειες για τον πλήρη αφοπλισμό της Χεζμπολάχ αποτελούν «ένα ενθαρρυντικό ξεκίνημα, αλλά απέχουν πολύ από το να είναι επαρκείς, όπως αποδεικνύεται από τις προσπάθειες της Χεζμπολάχ να επανεξοπλιστεί και να ανασυγκροτήσει την τρομοκρατική της υποδομή με ιρανική στήριξη».
Η εκεχειρία, που επιτεύχθηκε το 2024, έπειτα από μήνες ανταλλαγής πυρών στα σύνορα, βρισκόταν ήδη υπό πίεση πριν από την έναρξη των πληγμάτων κατά του Ιράν, με τις ισραηλινές δυνάμεις να διατηρούν πέντε στρατιωτικά φυλάκια βόρεια της «μπλε γραμμής» που έχει χαράξει ο ΟΗΕ, εντός λιβανικού εδάφους.
Οι ανησυχίες για την Συρία
Όσον αφορά τη Συρία, Ισραηλινοί αξιωματούχοι δήλωσαν στο προσωπικό της πρεσβείας ότι αμφέβαλλαν αν ο πρόεδρός της, Αχμέντ αλ-Σαράα, είχε «την ικανότητα και τη βούληση να ελέγξει τις δυνάμεις ασφαλείας του». Εξέφρασαν αυτό που η εσωτερική έκθεση χαρακτήρισε «σοβαρή» ανησυχία για την ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας, προειδοποιώντας ότι θα μπορούσε «να δημιουργήσει στρατηγική απειλή για το Ισραήλ».
Το Ισραήλ διατηρεί στρατιωτική παρουσία στη ζώνη ασφαλείας του ΟΗΕ που χωρίζει το Ισραήλ από τη Συρία από την πτώση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024 — κίνηση που καταδικάστηκε ευρέως διεθνώς, αλλά την οποία το Ισραήλ επιμένει ότι αποτελεί αμυντική αναγκαιότητα.
Το τηλεγράφημα εστάλη μία ημέρα πριν από την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών πληγμάτων κατά του Ιράν. Μέσα σε 72 ώρες, η Χεζμπολάχ εκτόξευσε ρουκέτες στο βόρειο Ισραήλ για πρώτη φορά μετά την εκεχειρία του 2024, το Ισραήλ βομβάρδισε τη Βηρυτό και ο πρωθυπουργός του Λιβάνου, Ναουάφ Σαλάμ, συγκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου ζητώντας τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ.
Τον Ιανουάριο, ο ηγέτης της Χεζμπολάχ, Ναΐμ Κάσεμ, δεν έδειξε ιδιαίτερη πρόθεση να ανταποκριθεί σε αυτό το αίτημα, δηλώνοντας ότι οποιαδήποτε επίθεση κατά της Τεχεράνης ισοδυναμεί με επίθεση κατά της Χεζμπολάχ.



