Οι παναμαϊκές αρχές ανέλαβαν χθες, Δευτέρα, τον έλεγχο δύο στρατηγικών λιμανιών στη Διώρυγα του Παναμά, μετά την ακύρωση της σύμβασης παραχώρησης στην εταιρεία CK Hutchison του Χονγκ Κονγκ. Η θυγατρική του ομίλου στην Κεντρική Αμερική χαρακτήρισε το μέτρο «παράνομο» και αντέδρασε έντονα, ανεβάζοντας τους τόνους της αντιπαράθεσης.
Αντισυνταγματική η σύμβαση παραχώρησης
Το Ανώτατο Δικαστήριο του Παναμά έκρινε στα τέλη Ιανουαρίου «αντισυνταγματική» τη σύμβαση που από το 1997 παραχωρούσε τη διαχείριση των λιμανιών Κριστόμπαλ στον Ατλαντικό και Μπαλμπόα στον Ειρηνικό στην Panama Ports Company (PPC), θυγατρική της CK Hutchison. Η σύμβαση είχε ανανεωθεί το 2021 για ακόμη 25 χρόνια, ωστόσο το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ευνοούσε «δυσανάλογα» τον όμιλο του Χονγκ Κονγκ «προς ζημία των δημοσίων ταμείων».
Ο πρόεδρος του Παναμά, Χοσέ Ραούλ Μουλίνο, δήλωσε ότι «με πρόσχημα την εκμετάλλευση των δυο λιμανιών δημιουργήθηκε για χρόνια αυτόνομη περιοχή» και κατήγγειλε ότι η σύμβαση «υπέταξε» τη χώρα «χωρίς καμιά διαφάνεια». Το παναμαϊκό ελεγκτικό συνέδριο, το οποίο προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζει ότι το Δημόσιο δεν εισέπραξε οφειλές ύψους 1,2 δισεκ. δολαρίων από την PPC.
Μεταβατική περίοδος και νέοι διαχειριστές
Η κυβέρνηση δημοσίευσε τη δικαστική απόφαση στην Επίσημη Εφημερίδα και η ναυτιλιακή αρχή του Παναμά ανέλαβε άμεσα τον έλεγχο των λιμενικών εγκαταστάσεων. «Η ναυτιλιακή αρχή του Παναμά πήρε στην κατοχή του τα λιμάνια της και εγγυάται τη συνέχεια της εκμετάλλευσής τους», δήλωσε ο διευθυντής λιμένων Μαξ Φλόρες σε συνέντευξη Τύπου.
Η κυβέρνηση εξέδωσε εκτελεστικό διάταγμα που προβλέπει μεταβατική περίοδο 18 μηνών. Δύο νέοι διαχειριστές θα αναλάβουν τη λειτουργία των λιμανιών έως τη διενέργεια νέου διεθνούς διαγωνισμού. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, η APM Terminals, θυγατρική της δανέζικης Maersk, θα διαχειρίζεται το λιμάνι της Μπαλμπόα έναντι 26 εκατ. δολαρίων, ενώ η Terminal Investment Limited (TiL), θυγατρική της MSC, θα αναλάβει το λιμάνι της Κριστόμπαλ καταβάλλοντας περίπου 16 εκατ. δολάρια. Το 38% των εμπορευματοκιβωτίων που διακινήθηκαν μέσω Παναμά το 2024 πέρασε από τα δύο αυτά λιμάνια, στοιχείο που αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία τους.
Σφοδρή αντίδραση της CK Hutchison
Η CK Hutchison είχε ζητήσει την προηγούμενη εβδομάδα την έναρξη διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση, προκειμένου να συνεχίσει τη διαχείριση των εγκαταστάσεων και να «αποφευχθεί το χάος». Μετά την κρατική ανάληψη ελέγχου, η PPC δήλωσε ότι «αντιτίθεται σθεναρά στα διαβήματα της κυβέρνησης (…) για τον παράνομο έλεγχο» των λιμανιών «χωρίς διαφάνεια, ούτε συντονισμό».
«Το κράτος είναι υπεύθυνο για κάθε βλάβη ή ζημία προκληθεί», πρόσθεσε η εταιρεία και προειδοποίησε για «σοβαρούς κινδύνους» στα τερματικά. Παράλληλα, γνωστοποίησε ότι θα προσφύγει στο Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο στο Παρίσι.
Διαβεβαιώσεις για τις θέσεις εργασίας
Η υπουργός Εργασίας και Ανάπτυξης Γιακλίν Μουνιός διαβεβαίωσε ότι «δεν θα γίνουν απολύσεις» στα δύο λιμάνια, όπου εργάζονται περίπου 1.200 άτομα. Ωστόσο, εργαζόμενος στο λιμάνι της Μπαλμπόα δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο, υπό καθεστώς ανωνυμίας: «Όλα έχουν σταματήσει, δεν ξέρουμε τι θα γίνει με μας».
Γεωπολιτικές προεκτάσεις και διεθνείς αντιδράσεις
Η εξέλιξη καταγράφεται σε περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να περιορίσουν την κινεζική επιρροή στη Διώρυγα του Παναμά, από την οποία διέρχεται περίπου το 5% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου. Η Ουάσιγκτον εξέφρασε την ικανοποίησή της για την απόφαση. Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στον Παναμά, Κέβιν Καμπρέρα, δήλωσε ότι η εταιρεία που διαχειριζόταν τα λιμάνια «δεν έκανε καλή δουλειά» και υπογράμμισε ότι ο Παναμάς έχει το δικαίωμα να εφαρμόζει τις αποφάσεις «του δικαστικού του συστήματος».
Η απόφαση της Δικαιοσύνης προκάλεσε θετική αντίδραση στην Ουάσιγκτον και έντονη δυσαρέσκεια στο Πεκίνο. Η κινεζική πλευρά ξεκαθάρισε ότι θα λάβει μέτρα για να «προστατεύσει τα δικαιώματα και τα νόμιμα συμφέροντα των εταιρειών» της Κίνας, εντείνοντας το γεωπολιτικό αποτύπωμα της υπόθεσης.



