Οι συνεχείς απειλές του Ντόναλντ Τραμπ προς το Ιράν και η αποστολή της πανίσχυρης αμερικανικής αρμάδας στον Κόλπο υπογραμμίζουν πόσο κοντά μπορεί να βρίσκονται η Ουάσινγκτον και η Τεχεράνη σε μια άμεση αναμέτρηση — πιο κοντά από οποιαδήποτε στιγμή τα τελευταία χρόνια, σημειώνει τo BBC.
Το ίδιο είπε στην ουσία και την Τετάρτη, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, με την νέα απειλή που διατύπωσε σε συνέντευξη που παραχώρησε στο NBC News.
Το θρίλερ με τις συνομιλίες
Είχε προηγηθεί η ανακοίνωση ότι οι ΗΠΑ απορρίπτουν τις αλλαγές που ζήτησε η Τεχεράνη στις συμφωνημένες και προγραμματισμένες για την Παρασκευή μεταξύ τους συνομιλίες, στην Κωνσταντινούπολη.
Ακολούθησε η δήλωση Τραμπ στο NBC ότι ο Αλί Χαμενεΐ, ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός. Και το θρίλερ κλιμακώθηκε, όταν το Axios μετέδωσε ότι Άραβες ηγέτες παρενέβησαν στον Λευκό Οίκο ζητώντας του να δεχτεί την αλλαγή που ήθελε η Τεχεράνη και να διεξαχθούν οι συνομιλίες στο Ομάν. Σύμφωνα με το Axios, ο Λευκός Οίκος δέχτηκε και η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι θα γίνουν οι συνομιλίες στο Ομάν.
Οι Ιρανοί ηγέτες βρίσκονται στριμωγμένοι ανάμεσα σε ένα κίνημα διαμαρτυρίας που απαιτεί ολοένα και περισσότερο την απομάκρυνση του ίδιου του καθεστώτος και σε έναν πρόεδρο των ΗΠΑ που διατηρεί σκόπιμα ασαφείς τις προθέσεις του, τροφοδοτώντας με ανησυχία όχι μόνο την Τεχεράνη αλλά και τις άλλες χώρες στην ευρύτερη περιοχή, η οποία είναι γνωστή για την αστάθειά της.
Καθώς η Τεχεράνη είναι σε τόσο δύσκολη θέση, η αντίδρασή της σε ένα ενδεχόμενο αμερικανικό στρατιωτικό πλήγμα ενδέχεται να μη ακολουθήσει το γνώριμο, προσεκτικά βαθμονομημένο μοτίβο που είχε φανεί σε προηγούμενες αντιπαραθέσεις με την Ουάσινγκτον, σημειώνει το BBC.
Επειδή φοβάται το ενδεχόμενο ένα αμερικανικό πλήγμα να αποτελέσει θρυαλλίδα για νέες διαδηλώσεις που θα εκθρονίσπουν το καθεστώς μπορεί η απάντησή της να είναι διαφορετική και τόσο εκτεταμένη που να προκαλέσει ταχεία κλιμάκωση, τόσο σε περιφερειακό επίπεδο όσο και στο εσωτερικό του Ιράν.
Δυο αντίπαλοι που γνωρίζουν ο ένας τις θέσεις του άλλου
Και οι δύο πλευρές έχουν επίγνωση της ευρύτερης στρατηγικής εικόνας. Ο Τραμπ γνωρίζει ότι το Ιράν είναι στρατιωτικά πιο αδύναμο απ’ ό,τι ήταν πριν από τον περσινό 12ήμερο πόλεμο, και η Τεχεράνη γνωρίζει ότι εκείνος έχει μικρή διάθεση για μια πλήρους κλίμακας, ανοιχτής διάρκειας σύγκρουση.
Αυτή η αμοιβαία επίγνωση μπορεί να προσφέρει κάποια διαβεβαίωση, αλλά μπορεί επίσης να δημιουργήσει επικίνδυνες παρερμηνείες, με κάθε πλευρά να υπερεκτιμά ενδεχομένως τη διαπραγματευτική της ισχύ ή να παρερμηνεύει τις προθέσεις του αντιπάλου.
Για τον Τραμπ, η εξεύρεση μιας ισορροπίας — όποια κι αν είναι αυτή — είναι καθοριστικής σημασίας. Χρειάζεται ένα αποτέλεσμα που να μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη, χωρίς να ωθήσει το Ιράν είτε σε έναν νέο κύκλο καταστολής είτε σε βύθιση στο χάος.
Για τους Ιρανούς ηγέτες, ο κίνδυνος έγκειται στον χρόνο και στην αντίληψη. Το προηγούμενο ιρανικό μοντέλο καθυστερημένων, συμβολικών αντιποίνων μπορεί να μην είναι πλέον επαρκές εάν οι ηγέτες πιστεύουν ότι η ταχύτητα είναι ουσιώδης για την αποκατάσταση της αποτροπής στο εξωτερικό και του ελέγχου στο εσωτερικό της χώρας που κλονίστηκε από την κλίμακα των πρόσφατων αναταραχών.
Οι υπολογισμοί και τα περιθώρια ελιγμών
Ωστόσο, μια ταχεία απάντηση θα αύξανε απότομα τον κίνδυνο λανθασμένου υπολογισμού, παρασύροντας περιφερειακούς παράγοντες σε μια σύγκρουση που λίγοι μπορούν να αντέξουν.
Με τις δύο πλευρές υπό έντονη πίεση και με περιορισμένα περιθώρια ελιγμών, ένα μακροχρόνιο παιχνίδι ισορροπίας τρόμου ίσως πλησιάζει την πιο επικίνδυνη στιγμή του — μια στιγμή κατά την οποία το κόστος ενός λάθους δεν θα το επωμιστούν μόνο οι κυβερνήσεις, αλλά εκατομμύρια απλοί Ιρανοί και ολόκληρη η ευρύτερη περιοχή, καταλήγει το BBC.
Στους απλούς Ιρανούς εστιάζει και ανάλυση του Guardian. Ένα καθεστώς που ποτέ δεν δίστασε να χύσει το αίμα των πολιτών του, το έκανε τώρα με πρωτοφανή ζήλο, αισθανόμενο μια άνευ προηγουμένου απειλή από την αναταραχή σε όλη τη χώρα, η οποία αμφισβητεί όχι μόνο τις πολιτικές του αλλά και την ίδια του την ύπαρξη.
Οι Ιρανοί όμως είναι εξοργισμένοι και με τον Τραμπ, ο οποίος τους παρότρυνε να συνεχίσουν να διαδηλώνουν και τους υποσχέθηκε ότι «η βοήθεια έρχεται» — και στη συνέχεια υποβάθμισε τη σφαγή.
Ο αποπροσονατολισμός της αμερικανικής κοινής γνώμης
Ο Τραμπ είναι διαβόητα απρόβλεπτος: στην πρώτη του θητεία ακύρωσε επίθεση κατά του Ιράν δέκα λεπτά πριν πραγματοποιηθεί. Τώρα, με την πολιτική του, έχει αποσπάσει την προσοχή από τα αρχεία Έπσταϊν, στα οποία αναφέρεται χιλιάδες φορές.
Ταυτοχρόνως, όπως σημειώνει ο Guardian, οι απειλές κατά του Ιράν αποσπούν την προσοχή από τη βαρβαρότητα της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) στο εσωτερικό και από την υπαναχώρησή του στο ζήτημα της Γροιλανδίας. Το Ιράν είναι πολύ πιο δημοφιλής στόχος από τη Δανία στη βάση των υποστηρικτών του.
Οι περισσότερες εκτιμήσεις συγκλίνουν πάντως στο ότι μια στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ θα είχε τεράστιο ανθρώπινο κόστος και δεν θα έφερνε δημοκρατία. Πιο πιθανή θα ήταν η ανάδειξη ενός άλλου ισχυρού άνδρα, ίσως από τους Φρουρούς της Επανάστασης, ή η κατάρρευση του καθεστώτος και το χάος.
Όσο αποδυναμωμένο κι αν είναι, ένα στριμωγμένο καθεστώς μπορεί ακόμη να προκαλέσει ζημιά — ιδιαίτερα στα Στενά του Ορμούζ, όπως φάνηκε με τα επεισόδια της Τρίτης.
Οι άλλοι παράγοντες της περιοχής δεν είναι κάτι που ο Τραμπ μπορεί να αγνοήσει. Το Ισραήλ βλέπει ένα αποδυναμωμένο, χαοτικό Ιράν ως κάτι που εξυπηρετεί τα συμφέροντά του. Η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και άλλοι προσπαθούν να συγκρατήσουν τις ΗΠΑ επειδή φοβούνται ένα ενισχυμένο Ισραήλ, μια αύξηση της μετανάστευσης και ευρύτερη αστάθεια σε μια περιοχή που προσπαθεί να παρουσιαστεί ως αξιόπιστος επενδυτικός προορισμός, σημειώνει ο Guardian και συμπληρώνει: Οι οικονομικές ανησυχίες φαίνεται πιο πιθανό να επηρεάσουν τον Τραμπ από ό,τι οι ανθρωπιστικές.



