Πληροφορίες για την αμερικανική επιχείρηση που οδήγησε στη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο έδωσε χθες ο Ντόναλντ Τραμπ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν και κυβερνοεπιθέσεις για να παραλύσουν κρίσιμες υποδομές στο Καράκας.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος υπέδειξε το Σάββατο ότι η Ουάσινγκτον χρησιμοποίησε κυβερνοεπιθέσεις ή άλλες τεχνικές δυνατότητες για να διακόψει την ηλεκτροδότηση στο Καράκας κατά τη διάρκεια των πληγμάτων στην πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, τα οποία οδήγησαν στη σύλληψη του προέδρου της χώρας, Νικολάς Μαδούρο.
Αν οι δηλώσεις αυτές επιβεβαιωθούν, όπως σημειώνει το Politico, θα συνιστούν μία από τις σπάνιες περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν δημόσια τη χρήση κυβερνοϊσχύος κατά άλλης χώρας, δεδομένου ότι τέτοιου είδους επιχειρήσεις παραμένουν συνήθως άκρως απόρρητες, ενώ οι ΗΠΑ θεωρούνται από τις πλέον προηγμένες χώρες παγκοσμίως στις επιχειρήσεις στον κυβερνοχώρο.
«Ήταν σκοτάδι, τα φώτα του Καράκας είχαν σε μεγάλο βαθμό σβήσει λόγω μιας συγκεκριμένης τεχνογνωσίας που διαθέτουμε, ήταν σκοτάδι και ήταν θανατηφόρο», δήλωσε ο Τραμπ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Μαρ-α-Λάγκο, περιγράφοντας λεπτομερώς την επιχείρηση.
Στην ίδια συνέντευξη Τύπου, ο στρατηγός Νταν Κέιν, πρόεδρος του Μεικτού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, ανέφερε ότι η Διοίκηση Κυβερνοχώρου των ΗΠΑ (U.S. Cyber Command), η Διαστημική Διοίκηση των ΗΠΑ (U.S. Space Command/SPACECOM) και οι διοικήσεις μάχης «άρχισαν να επιστρατεύουν διαδοχικά διαφορετικά αποτελέσματα» προκειμένου να «δημιουργήσουν ένα μονοπάτι» για τις αμερικανικές δυνάμεις που εισήλθαν αεροπορικώς στη χώρα νωρίς το Σάββατο.
Ο Κέιν δεν διευκρίνισε τι ακριβώς περιλάμβαναν αυτά τα «αποτελέσματα».
Εκπρόσωποι του Λευκού Οίκου, της Διοίκησης Κυβερνοχώρου και της Διαστημικής Διοίκησης δεν απάντησαν σε αιτήματα για σχολιασμό σχετικά με τις κυβερνοεπιχειρήσεις στη Βενεζουέλα.
Την ίδια ώρα, η ομάδα παρακολούθησης του διαδικτύου NetBlocks ανέφερε απώλεια συνδεσιμότητας στο διαδίκτυο στο Καράκας κατά τη διάρκεια των διακοπών ρεύματος νωρίς το πρωί του Σαββάτου. Ο ιδρυτής της NetBlocks, Άλπ Τόκερ, ανέφερε σε email το Σάββατο ότι, αν οι κυβερνοεπιθέσεις συνέβαλαν σε αυτές τις διακοπές, «θα ήταν στοχευμένες, χωρίς να επηρεάζουν τον ευρύτερο χώρο του δικτύου».
Η επιθετική ενέργεια του Σαββάτου αποτέλεσε την πιο πρόσφατη σε μια σειρά κυβερνοεπιθέσεων που έχουν στοχεύσει τις υποδομές της Βενεζουέλας τις τελευταίες εβδομάδες.
Τον περασμένο μήνα, η κρατική πετρελαϊκή και φυσικού αερίου εταιρεία της χώρας, PDVSA (Petróleos de Venezuela, S.A.), κατηγόρησε την αμερικανική κυβέρνηση ότι προχώρησε σε κυβερνοεπίθεση.
Οι κυβερνοεπιθέσεις μπορούν να αποδειχθούν ιδιαίτερα αποτελεσματικές όταν στόχος είναι το σαμποτάζ.
Η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει σχολιάσει δημόσια αν οι ΗΠΑ είχαν εμπλοκή σε εκείνη την επίθεση.
Η PDVSA ανέφερε σε ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 15 Δεκεμβρίου ότι υπέστη κυβερνοεπίθεση, την οποία χαρακτήρισε ως μέρος μιας αμερικανικής στρατηγικής για τον έλεγχο του πετρελαίου της Βενεζουέλας μέσω «βίας ή πειρατείας».
Σύμφωνα με το Reuters, η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Βενεζουέλας δήλωσε ότι οι επιχειρήσεις της δεν επηρεάστηκαν, αν και τέσσερις πηγές ανέφεραν ότι τα συστήματα παρέμεναν εκτός λειτουργίας και οι παραδόσεις φορτίων πετρελαίου είχαν ανασταλεί.
Τη Δευτέρα 15/12, η PDVSA και το υπουργείο Πετρελαίου επέρριψαν ευθύνες στις ΗΠΑ για την κυβερνοεπίθεση, δηλώνοντας ότι πραγματοποιήθηκε από «ξένα συμφέροντα σε συνέργεια με εγχώριες οντότητες που επιδιώκουν να καταστρέψουν το δικαίωμα της χώρας στην κυρίαρχη ενεργειακή ανάπτυξη».
«Αυτό ακριβώς δημιουργήθηκε για να κάνει η Διοίκηση Κυβερνοχώρου των ΗΠΑ», δήλωσε λίγες ημέρες αργότερα στο Politico ένας πρώην ομοσπονδιακός αξιωματούχος κυβερνοασφάλειας.
Ωστόσο, πηγή της PDVSA ανέφερε ότι η εταιρεία είχε εντοπίσει επίθεση ransomware ημέρες νωρίτερα και ότι το λογισμικό προστασίας από ιούς που χρησιμοποιήθηκε για την αποκατάσταση του προβλήματος επηρέασε ολόκληρο το διοικητικό της σύστημα.
Σε μια επίθεση ransomware, κακόβουλο λογισμικό κρυπτογραφεί τα αρχεία του θύματος ή κλειδώνει τον υπολογιστή του, ενώ οι δράστες σε ορισμένες περιπτώσεις κλέβουν δεδομένα και απειλούν να τα διαρρεύσουν. Τέτοιες επιθέσεις πραγματοποιούνται μέσω phishing, κακόβουλων λήψεων ή μολυσμένων ιστοσελίδων και μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές διαταραχές, εξηγεί το Reuters.






