Πολύ πριν η Μύκονος γίνει συνώνυμη της κοσμοπολίτικης ζωής και του τουρισμού, κυκλοφορούσε στο νησί μια από τις πιο σκοτεινές ιστορίες της ελληνικής λαϊκής παράδοσης.
Τον χειμώνα του 1700–1701, οι κάτοικοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν κύκλο φόβου και φημών γύρω από την «παρουσία ενός βρικόλακα», όπως πίστευαν τότε. Η υπόθεση ξεκίνησε μετά τον θάνατο ενός ντόπιου γεωργού, γνωστού για τον δύσκολο χαρακτήρα του, ο οποίος βρέθηκε νεκρός στην ύπαιθρο και ενταφιάστηκε.
Λίγες ημέρες αργότερα άρχισαν αναφορές για ανεξήγητα περιστατικά: περίεργες νυχτερινές εμφανίσεις, χτυπήματα σε πόρτες και μικρές καταστροφές σε σπίτια. Οι ιστορίες αυτές εξαπλώθηκαν γρήγορα και ενίσχυσαν τον φόβο των κατοίκων, πολλοί από τους οποίους άρχισαν να αποφεύγουν τα σπίτια τους τη νύχτα.
Η ένταση κορυφώθηκε όταν αποφασίστηκε η εκταφή του νεκρού, παρουσία και του Γάλλου φυσιοδίφη Joseph Pitton de Tournefort, ο οποίος βρισκόταν στη Μύκονο στο πλαίσιο επιστημονικής αποστολής. Το σώμα, λόγω των φυσικών διεργασιών της αποσύνθεσης, θεωρήθηκε από τους κατοίκους «ασυνήθιστα άθικτο», γεγονός που ερμηνεύτηκε ως απόδειξη ότι ο νεκρός είχε μετατραπεί σε βρικόλακα.
Στο αποκορύφωμα της υστερίας, η καρδιά αφαιρέθηκε και κάηκε, χωρίς όμως να σταματήσουν οι φήμες. Τελικά, με τη συναίνεση των τότε αρχών, το σώμα μεταφέρθηκε σε απομονωμένο νησάκι και αποτεφρώθηκε ολοσχερώς στις αρχές του 1701. Μόνο τότε οι αναφορές για «εμφανίσεις» σταμάτησαν και η ηρεμία επέστρεψε στο νησί.
Ο θρύλος αυτός παρέμεινε ζωντανός στη μνήμη των κατοίκων για αιώνες.



