Ένας πρώην εργαζόμενος υπέβαλε αγωγή κατά του πρώην εργοδότη του ζητώντας αποζημίωση 120.000 ντιρχάμ (2.700 ευρώ περίπου) για φερόμενη ζημία της τιμής και της προσωπικότητάς του, και οικονομική ζημία που σχετίζεται με την επιστολή απόλυσης, αλλά το δικαστήριο του Άμπου Ντάμπι απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι δεν είχε ισχυρή νομική βάση.
Το Δικαστήριο Οικογενειακών, Αστικών και Διοικητικών Αγωγών του Άμπου Ντάμπι απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, κρίνοντας ότι ο ενάγων είχε συμφωνήσει με τις διαδικασίες εσωτερικής έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης του και δεν είχε αποδείξει ότι η εταιρεία ήταν νομικά υπαίτια με τρόπο που θα του έδινε δικαίωμα αποζημίωσης.
Στην αγωγή του, ο άνδρας ανέφερε ότι είχε κατηγορηθεί άδικα για «σοβαρή παράβαση καθήκοντος» και «σοβαρή παραβίαση της πολιτικής της εταιρείας» σε γραπτή επιστολή απόλυσης.
Υποστήριξε ότι η επιστολή είχε βλάψει τη φήμη του και είχε προκαλέσει τόσο οικονομική όσο και ψυχολογική βλάβη. Αφού υπέβαλε καταγγελία στο Υπουργείο Ανθρώπινου Δυναμικού, ο εργοδότης τροποποίησε την επιστολή απόλυσης ώστε να αντικατοπτρίζει ότι η απόλυση έγινε κατά την αποκλειστική διακριτική ευχέρεια του εργοδότη, μια αλλαγή που, σύμφωνα με τον ενάγοντα, αποδείκνυε ότι οι αρχικοί ισχυρισμοί ήταν αβάσιμοι.
Ως αποδεικτικά στοιχεία, ο ενάγων υπέβαλε αντίγραφο της πρωτότυπης επιστολής απόλυσης και έγγραφα από την καταγγελία που κατατέθηκε στο Υπουργείο, συμπεριλαμβανομένου ενός φιλικού διακανονισμού μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη.
Ο εναγόμενος και οι εκπρόσωποι της εταιρείας υποστήριξαν στο δικαστήριο ότι η αγωγή ήταν αβάσιμη και έπρεπε να απορριφθεί, προτρέποντας τον δικαστή να διατάξει τον ενάγοντα να επωμιστει τα δικαστικά έξοδα και τις αμοιβές.
Στην απόφασή του, το δικαστήριο σημείωσε ότι, σύμφωνα με τον Νόμο περί Αστικών Συναλλαγών των ΗΑΕ, κάθε μέρος που προκαλεί βλάβη σε άλλο μέρος υποχρεούται γενικά να αποζημιώσει για τη βλάβη αυτή. Ωστόσο, το δικαστήριο δήλωσε ότι η υπόθεση του ενάγοντος βασιζόταν στον ισχυρισμό του ότι η επιστολή καταγγελίας συνιστούσε παράνομη συμπεριφορά.
Ο δικαστής παρατήρησε ότι η αρχική απόλυση τροποποιήθηκε αργότερα με αμοιβαία συμφωνία μετά την παρέμβαση του Υπουργείου και ότι ο ενάγων είχε υπογράψει τις εσωτερικές διαδικασίες έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης. Το δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη το υπογεγραμμένο συμφωνητικό συμβιβασμού, βγάζοντας το συμπέρασμα από αυτά τα έγγραφα ότι ο εργοδότης δεν είχε ενεργήσει με τρόπο που να συνεπάγεται ευθύνη για αδικοπρακτική αποζημίωση.
«Καθώς ο ενάγων συμφώνησε με τις διαδικασίες και τεκμηριώθηκε ένας συμβιβαστικός διακανονισμός», έγραψε το δικαστήριο στο σκεπτικό του, «δεν υπάρχουν στοιχεία υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αποζημιώσιμη βλάβη».
Με βάση τα ανωτέρω, το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και διέταξε τον ενάγοντα να καταβάλει τα σχετικά δικαστικά έξοδα και δικαστικές δαπάνες.






