Η επίθεση των Αμερικανών και των Ισραηλινών στην Τεχεράνη, το προπερασμένο Σάββατο, σηματοδότησε την έναρξη της γεωγραφικά πλέον εκτεταμένης σύρραξης στην ιστορία της σύγχρονης Μέσης Ανατολής. Δέκα ημέρες μετά, η Ελλάδα αλλά και ολόκληρη η υφήλιος αγωνιούν για τις επιπτώσεις από το ενδεχόμενο ο πόλεμος να έχει διάρκεια μεγαλύτερη του αναμενομένου. Γιατί μια ενδεχόμενη παράταση των εχθροπραξιών για 20 ημέρες ακόμα θα μπορούσε να βάλει φωτιά στις διεθνείς αγορές ενέργειας και χρήματος και να δημιουργήσει δημοσιονομικά αλλά και πραγματικά προβλήματα στις οικονομίες των περισσότερων χωρών του κόσμου και βεβαίως και της Ελλάδας.
Γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, το σημαντικότερο παγκοσμίως πέρασμα της οικονομίας του πετρελαίου και της ενέργειας, έχουν εγκλωβιστεί πάνω από 325 εμπορικά πλοία παντός τύπου (πετρελαιοφόρα, πλοία μεταφοράς υγραερίου, κοντέινερς, χύδην φορτίου) που είτε επιστρέφουν στα λιμάνια από τα οποία ξεκίνησαν, είτε ζητούν ναύλα σε δυσθεώρητα ύψη για να περάσουν την επικίνδυνη ζώνη. Η εξέλιξη αυτή δεν δυσχεραίνει μόνο τις μεταφορές, αλλά αυξάνει και τις τιμές, καθώς δημιουργείται έλλειψη καυσίμων διεθνώς και όσα φορτία περνούν επιβαρύνονται με τεράστιο μεταφορικό και ασφαλιστικό κόστος. Ηδη, είναι ορατές οι πρώτες συνέπειες καθώς τα κράτη των οποίων οι εξαγωγικές υποδομές βρίσκονται βορείως του Ομάν έχουν υποχρεωθεί να μειώσουν δραστικά την παραγωγή τους – το Κατάρ μάλιστα ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι την σταμάτησε ολοσχερώς.
Ασφαλώς, αυτός δεν ήταν ο σχεδιασμός των Αμερικανών το πρωινό του προπερασμένου Σαββάτου, όταν τα ισραηλινά και αμερικανικά μαχητικά ισοπέδωσαν την κατοικία του Ιρανού ηγέτη, «αποκεφαλίζοντας» στην πραγματικότητα τα πολύ υψηλά κλιμάκια του καθεστώτος. Η προσδοκία στην Ουάσιγκτον ήταν ότι το καθεστώς θα κατέρρεε, κάτι που δεν συνέβη. Αντίθετα, οι Ιρανοί επέκτειναν τον πόλεμο με βαλλιστικές επιθέσεις σε όλες τις χώρες του Κόλπου, στην Τουρκία και στο Αζερμπαϊτζάν. Σε μια από τις πρώτες δηλώσεις του, ο Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε ότι ο πόλεμος θα διαρκέσει τέσσερις εβδομάδες, μετά είπε ότι θα κρατήσει πολύ περισσότερο, ενώ στη συνέχεια ζήτησε την άνευ όρων παράδοση του Ιράν. Κάθε νέα δήλωση του Τραμπ και κάθε νέο ιρανικό χτύπημα αποσταθεροποιούν τις αγορές ακόμα περισσότερο, που γίνονται καθημερινά πιο δύσπιστες απέναντι στο αφήγημα της σύντομης διάρκειας του πολέμου. Το μόνο που συγκρατεί προς το παρόν τα πράγματα είναι η υπόσχεση του Αμερικανού Προέδρου να διασφαλίσει την προστασία των πλοίων που θα περνούν τα Στενά του Ορμούζ, με τη συνοδεία πολεμικών πλοίων. Ωστόσο και αυτή είναι μια υπόσχεση που χρειάζεται αρκετό χρόνο για να υλοποιηθεί, αφού οι αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις στον Κόλπο και στη Μεσόγειο είναι σχηματισμοί μάχης και όχι συνοδείας.
Οι αντοχές της κοινωνίας
Στην Αθήνα και στο οικονομικό επιτελείο παρακολουθούν με ιδιαίτερη αγωνία τις διακυμάνσεις των τιμών του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές, αφού γνωρίζουν ότι οι αντοχές της κοινωνίας και της οικονομίας είναι πεπερασμένες απέναντι σε ένα ράλι ανοδικών τιμών. Ιδιαίτερα το απόγευμα της Παρασκευής, η αγωνία στην πλατεία Συντάγματος έφτασε στο κατακόρυφο, αφού το brent κέρδισε 10% μέσα σε διάστημα μίας ώρας (μετά την ανακοίνωση του Κατάρ ότι σταματά την παραγωγή) και εκτοξεύτηκε κοντά στα 92 δολάρια το βαρέλι. Στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν την τιμή των 100 δολαρίων το βαρέλι ως ορόσημο, το οποίο ξεπερνώντας το, θα τους υποχρεώσει να παρέμβουν, αφού ξεπερνά τις αντοχές της οικονομίας αλλά και τα χειρότερα σενάρια που έχουν γίνει για τον Προϋπολογισμό.
Αν λοιπόν αυτή η τιμή ξεπεραστεί με ανοδικές τάσεις ή αν η πολεμική σύρραξη στον κόλπο διαρκέσει πέραν των τεσσάρων εβδομάδων που είχε ανακοινώσει αρχικά ο Τραμπ, στην πλατεία Συντάγματος «βλέπουν» πολύ σοβαρές συνέπειες για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις καθώς μια σειρά από κλάδους της οικονομίας επηρεάζονται άμεσα από τις διακυμάνσεις στις τιμές των καυσίμων, όπως οι μεταφορές, η αγροτική παραγωγή, η βιομηχανία και ο τουρισμός. Σύμφωνα με ευρωπαϊκά think tank στις Βρυξέλλες, η παράταση της αβεβαιότητας στον Περσικό Κόλπο θα έχει ως αποτέλεσμα τιμές πολύ πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και πληθωρισμό της τάξης του συν 1% τον μήνα στις ευρωπαϊκές χώρες, που θα φανεί κυρίως στις τιμές των καυσίμων και της ενέργειας. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα αναπόφευκτα την επιβράδυνση της ανάπτυξης, κάτι που μεσοπρόθεσμα ενδεχομένως να προκαλέσει προβλήματα και στην πορεία του Προϋπολογισμού.
Καθώς ο πληθωρισμός είναι ήδη υψηλός στην Ελλάδα (ο υψηλότερος στην Ε.Ε., ενώ τον Φεβρουάριο έτρεχε ήδη με 3%), στο οικονομικό επιτελείο εξετάζουν μέτρα που θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τα νοικοκυριά, όπως είναι η επαναφορά του fuel pass, δηλαδή της επιδότησης καυσίμων στην αντλία, που τέθηκε σε εφαρμογή για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2022, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Το δεύτερο μέτρο που εξετάζεται είναι η επιδότηση των λογαριασμών ρεύματος, εφόσον η πολεμική σύρραξη διαρκέσει τόσο ώστε να επηρεαστούν οι τιμές της χονδρικής αγοράς, και, τέλος, η επιβολή πλαφόν στο περιθώριο μεικτού κέρδους, το οποίο είχε επιβληθεί για πρώτη φορά κατά την πανδημία του κορωνοϊού.



