Η εικόνα που αναδύθηκε από την επίσκεψη στην Άγκυρα — τόσο σε επίπεδο ηγετών όσο και σε επίπεδο Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ) — ανέδειξε δύο όψεις: επιφάνεια και βάθος. Στην «επιφάνεια», οι δύο ηγέτες επένδυσαν στη γλώσσα της ψυχραιμίας και στη ρητορική μιας «θετικής ατζέντας»: στόχος εμπορικών συναλλαγών 10 δισ. δολαρίων, δίκτυο επαφών και επτά κείμενα συνεργασίας από επενδύσεις και μεταφορές έως πολιτισμό, καινοτομία, πολιτική προστασία και την πιθανή ακτοπλοϊκή σύνδεση Θεσσαλονίκης–Σμύρνης. Η εικόνα ήταν θεσμική, προβλέψιμη, σχεδόν καθησυχαστική.
Στο «βάθος», όμως —εκεί όπου διαμορφώνεται η γεωπολιτική ισορροπία— επιβεβαιώθηκε το γνώριμο μοτίβο: στα μείζονα ζητήματα οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι διαφωνούν, ενώ η Τουρκία επιχειρεί, στην πράξη, να παγιώσει την ένταση ως τετελεσμένο: όχι ως κρίση, αλλά ως διαρκή πίεση. Υπό αυτό το πρίσμα, η ρήση του Πιττακού Μυτιληναίου — το «καιρόν γνώθι» — δεν αποτελεί ρητορική επίδειξη σοφίας, αλλά στρατηγική επιταγή. Αν δεν αναγνώσεις εγκαίρως τα σημεία των καιρών, τα ίδια τα σημεία θα σε προσπεράσουν.
Ο Πρόεδρος Ερντογάν προσήλθε έχοντας ήδη κερδίσει τακτικό χρόνο. Το τελευταίο διάστημα εδραίωσε την ατζέντα των διεκδικήσεών του, με το βλέμμα στραμμένο στη γεωπολιτική απόληξη της κρίσης στο Ιράν και στην επαναχάραξη του συριακού μετώπου. Παράλληλα, εξασφάλισε αναβαθμισμένο ρόλο σε Γάζα και Ουκρανία και, προς την Ευρώπη, οικοδομεί το προφίλ ενός προνομιακού συνομιλητή, διεκδικώντας συμμετοχή σε σχήματα ασφάλειας τύπου SAFE (Security Action for Europe) και ευνοϊκότερη αναδιαμόρφωση της οικονομικής του σχέσης με την ΕΕ. Στις επίσημες δηλώσεις του, ωστόσο, δεν μετακινήθηκε επί της ουσίας: επέμεινε στην αφήγηση περί «τουρκικής μειονότητας» στη Θράκη, διατήρησε ενεργό το «πακέτο» αξιώσεων για τον θαλάσσιο χώρο και επανέλαβε τη θέση περί «δύο κρατών» στην Κύπρο, εκτός πλαισίου νομιμότητας και ψηφισμάτων ΟΗΕ.
Στον αντίποδα, ο Έλληνας Πρωθυπουργός διατύπωσε κάτι με ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα: «να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική». Για πρώτη φορά τίθεται με τέτοια καθαρότητα — εμμέσως πλην σαφώς — το παράνομο casus belli που διατηρεί η τουρκική Εθνοσυνέλευση από το 1995 έναντι του αναφαίρετου και κυριαρχικού δικαιώματος της Ελλάδας για επέκταση των χωρικών της υδάτων. Παράλληλα, επαναβεβαιώθηκε η πάγια εθνική θέση: μία και μόνη νομική διαφορά — η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ — και για το Κυπριακό ρητή προσήλωση στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Το τρίπτυχο αυτό συγκροτεί συνεκτική στρατηγική βάση. Το ερώτημα είναι αν θα αποκτήσει έμπρακτη συνέχεια και θεσμικό βάθος.
Η χαμηλή πολιτική λειτουργεί ως μοχλός αποσυμπίεσης· επικίνδυνη αν καταστεί άλλοθι αδράνειας. Η διατήρηση ανοιχτών διαύλων περιορίζει τον κίνδυνο ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες. Και όσο διευρύνεται το εμπορικό αποτύπωμα, τόσο ενισχύονται πλέγματα συμφερόντων που λειτουργούν ως μηχανισμός αποκλιμάκωσης σε περιόδους όξυνσης. Υπό αυτή την έννοια, ο στόχος των 10 δισ. δεν εκλαμβάνεται ως διακοσμητικός: δεν επιλύει τη διαφορά, αλλά συνδράμει σε αναχαίτηση τυχόν διπλωματικής διολίσθησης.
Ωστόσο, το πακέτο αφήνει δύο εμφανείς αντιφάσεις:
- (α) δεν είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για «ενέργεια» και «συνδεσιμότητα» όσο η πόντιση του καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ τελεί υπό έμμεση απειλή, παρά τις ρητές προβλέψεις του Δικαίου της Θάλασσας (άρθρα 79, 87, 112)·
- (β) ούτε το μεταναστευτικό προσφέρεται για διμερή συναλλαγή, όταν υφίσταται θεσμοθετημένο ευρωτουρκικό πλαίσιο και άρα άμεσο ευρωπαϊκό διακύβευμα. Και οι δύο αντιφάσεις καταδεικνύουν το ίδιο: η «θετική ατζέντα» δεν αρκεί όταν η αποτροπή παραμένει εκτός εξίσωσης. Διότι, ενώ στο τραπέζι «μπαίνουν» συνεργασίες, στο παρασκήνιο οι μηχανισμοί κανονικοποίησης της έντασης μένουν ενεργοί.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία δεν ανέστειλε τα εργαλεία ελεγχόμενης κλιμάκωσης — τα ενσωματώνει. Διατηρεί ενεργό το casus belli, κρατά σε ισχύ το τουρκολιβυκό μνημόνιο, εκδίδει NAVTEX αορίστου διάρκειας δεσμεύοντας εκτεταμένες θαλάσσιες ζώνες και επιχειρώντας να εδραιώσει αντίληψη αρμοδιότητας ανατολικά του 25ου μεσημβρινού (και προς τρίτους), επαναφέρει τη ρητορική αποστρατιωτικοποίησης και επιχειρεί να παγιώσει την αμφισβήτηση στη διεθνή αντίληψη. Η «Γαλάζια Πατρίδα» μεταφέρεται στο εκπαιδευτικό σύστημα, μετατρέποντας τον αναθεωρητισμό από κυβερνητική επιλογή σε κοινωνική μονιμοποίηση. Προστίθενται κινήσεις χαμηλής όξυνσης αλλά υψηλής τοξικότητας: απόπειρες «γκριζαρίσματος» νησίδων στο κυκλαδικό σύμπλεγμα, όπως ο Γλάρος και τα Μαύρα, καθώς και ρητορικές παρεμβάσεις που επιχειρούν να διαιρέσουν το ελληνικό πολιτικό σκηνικό.
Στην ευρωπαϊκή σκηνή αναδεικνύεται μια διαφορετική στρατηγική προσέγγιση: ενώ στο θαλάσσιο μέτωπο συντηρείται τριβή, στις Βρυξέλλες καλλιεργείται εικόνα συνεννόησης. Η πρόσφατη επίσκεψη της Σλοβένας Επιτρόπου Διεύρυνσης Μάρτα Κος στην Τουρκία, με ατζέντα την τελωνειακή ένωση, κατέδειξε το παραπάνω διπλό παίγνιο. Η Ευρώπη δεν αποτελεί ουδέτερο παρατηρητή: από το 1998 η ΕΕ συνιστά συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, άρα αυτή αποτελεί τμήμα του κεκτημένου. Συνεπώς, κάθε τουρκική θεσμική ή οικονομική αναβάθμιση οφείλει να συνδέεται με ρήτρες συμμόρφωσης και απτά ανταλλάγματα.
Σε αυτή τη διπλή λογική — διαρκή φθορά στο πεδίο, συνεννόηση στην Ευρώπη — η παρουσία σε επίπεδο κορυφής ενείχε τον κίνδυνο να λειτουργήσει ως έμμεση πολιτική ενίσχυση της Άγκυρας, δίχως προηγούμενη μεταβολή της συμπεριφοράς της. Όταν οι μοχλοί σταθερής τριβής παραμένουν ενεργοί, η εικόνα της ισοτιμίας ενδέχεται να αποδειχθεί διπλωματικό κέρδος για εκείνον που δεν έχει υποχωρήσει σε τίποτε.
Η απάντηση, όμως, δεν εντοπίζεται στην αποχή από τον διάλογο. Βρίσκεται στη στρατηγικά δομημένη και πολυεπίπεδη διαχείρισή του: διερευνητικές επαφές αποκλειστικά για τη μία και μοναδική νομική διαφορά, τεχνοκρατικές διαδικασίες, διυπουργικές συνδιασκέψεις για την υλοποίηση ζητημάτων χαμηλής πολιτικής και συναντήσεις κορυφής μεταξύ των ηγετών των δύο χωρών μόνον όταν υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες δεσμεύσεις με παράλληλη την παρουσία επιδιατησίας.
Σε περίπτωση αδιεξόδου, απαιτείται διακοπή και ανασύνταξη — όχι επιτάχυνση ενός διαλόγου που, χωρίς όρους και εγγυήσεις, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό νομιμοποίησης της πίεσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η επόμενη μέρα δεν δύναται να εξαντληθεί σε απλές επικλήσεις του διεθνούς δικαίου. Απαιτεί αρχιτεκτονική ισχύος που θα στηρίζει τον διάλογο και δεν θα τον υποκαθιστά.
Αποτροπή με κανόνες, θεσμική τεκμηρίωση και σαφή μηνύματα συνέπειας
Αποτροπή με κανόνες, θεσμική τεκμηρίωση και σαφή μηνύματα συνέπειας. Αυτό σημαίνει, πρωτίστως, θεσμική απάντηση στην κατάχρηση των NAVTEX μέσω αντι-NAVTEX με πλήρη νομική αιτιολόγηση και διεθνοποίηση της πρακτικής. Σημαίνει επίσης στρατιωτικές ασκήσεις σε απολύτως νόμιμες περιοχές με συμμάχους, προώθηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης άνευ εσωτερίκευσης της απειλής, και σταδιακή ενεργοποίηση των νομικών εργαλείων που παρέχει η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (ΣΔΘ).
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται άμεσα η χάραξη ευθειών γραμμών βάσης και το κλείσιμο κόλπων σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 10 ΣΔΘ, η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. νότια της Κρήτης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3, καθώς και η ανακήρυξη συνορεύουσας ζώνης 24 ν.μ. βάσει του άρθρου 33, με στόχο την προστασία κρίσιμων υποδομών και την αντιμετώπιση δικτύων διακίνησης.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον ολοένα και πιο συναλλακτικό — λογική που έχει εκφράσει επανειλημμένα και ο Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) — η ελληνική στρατηγική οφείλει να συνδυάζει αρχές με κίνητρα. Η διασφάλιση αμερικανικών επενδύσεων υψηλού αποτυπώματος, όπως της Chevron και της ExxonMobil, η θωράκιση των ενεργειακών οδεύσεων, η ενίσχυση του κάθετου διαδρόμου και η ενεργή συμμετοχή στον India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC) συγκροτούν ένα πλέγμα στρατηγικών συμφερόντων που αυξάνει τη γεωπολιτική βαρύτητα της χώρας και καθιστά την ελληνική πρόταση πειστική και ελκυστική προς την Ουάσιγκτον.
Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα συνομιλεί στη γλώσσα των επενδύσεων και της ασφάλειας υποδομών, χωρίς να αποσύρει τη σταθερή προσήλωσή της στη γλώσσα των κανόνων.
Παράλληλα, η επικαιροποίηση της αμυντικής συμφωνίας με τη Γαλλία, με μεγαλύτερη σαφήνεια ως προς τις ρήτρες συνδρομής, καθώς και η συστηματική ενίσχυση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, προσδίδουν υλικό βάθος στην αποτροπή και μετατρέπουν τη διπλωματική θέση σε επιχειρησιακή αξιοπιστία.
Επιπλέον, οποιαδήποτε τουρκική επιδίωξη συμμετοχής στο SAFE ή αναβάθμισης της τελωνειακής ένωσης δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως αυτόματη εξέλιξη. Προϋποθέτει σαφή μετατόπιση στάσης στον πυρήνα: άρση της απειλής πολέμου και του αναθεωρητικού δόγματος, αποδοχή του διεθνούς νομικού πλαισίου και δέσμευση για επίλυση της μίας νομικής διαφοράς, με το Κυπριακό εντός αποφάσεων ΟΗΕ. Διαφορετικά, η διαδικασία θα παράγει ευρωπαϊκή «κανονικότητα» δίχως πραγματική μεταστροφή στάσης.
Η ιστορία της περιοχής δεν συγχωρεί την αφέλεια. Η ισορροπία ισχύος δεν αναιρεί την ειρήνη — την καθιστά εφικτή. Ελλείψει αυτής, το «καιρόν γνώθι» παύει να αποτελεί συμβουλή και γίνεται προειδοποίηση.
Ο Λυκούργος Λιακάκος είναι Διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Μεσογειακού και Νησιωτικού Πολιτισμού «Μεσόνησος»



