Αν η τιμή του πετρελαίου αγγίξει τα 150 δολάρια το βαρέλι, θα πυροδοτήσει μια παγκόσμια ύφεση, δήλωσε στο BBC ο διευθύνων σύμβουλος του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού κολοσσού BlackRock.
Ο Larry Fink, ο οποίος ηγείται του μεγαλύτερου διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων στον κόσμο, ανέφερε ότι εάν το Ιράν «παραμείνει απειλή» και οι τιμές του πετρελαίου διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, αυτό θα έχει «βαθιές επιπτώσεις» για την παγκόσμια οικονομία.
Η BlackRock αποτελεί έναν οικονομικό κολοσσό, ελέγχοντας περιουσιακά στοιχεία αξίας 14 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, και είναι ένας από τους μεγαλύτερους επενδυτές σε πολλές από τις κορυφαίες εταιρείες του πλανήτη.
Η τεράστια εμβέλεια και το μέγεθος της εταιρείας προσφέρουν στον Φινκ -έναν από τους οκτώ συνιδρυτές της επιχείρησης που ιδρύθηκε το 1988- μια βαθιά γνώση για την κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει έντονες διακυμάνσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς οι αναλυτές προσπαθούν να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις στο ενεργειακό κόστος. Για τον Φινκ, είναι ακόμα νωρίς για να προσδιοριστεί η τελική κλίμακα και η έκβαση της σύγκρουσης, ωστόσο πιστεύει ότι θα οδηγηθούμε σε ένα από δύο ακραία σενάρια.

Τα δύο ακραία σενάρια για το πετρέλαιο
Στο πρώτο σενάριο, εάν η σύγκρουση διευθετηθεί και το Ιράν γίνει μια χώρα που μπορεί να γίνει ξανά αποδεκτή από τη διεθνή κοινότητα, τότε η τιμή του πετρελαίου θα μπορούσε να υποχωρήσει σε επίπεδα χαμηλότερα από αυτά που καταγράφονταν πριν από τον πόλεμο.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο ίδιος προειδοποιεί ότι μπορεί να υπάρξουν «χρόνια με το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια, πλησιάζοντας τα 150 δολάρια, γεγονός που θα έχει βαθιές επιπτώσεις στην οικονομία» και ως αποτέλεσμα «μια πιθανώς σφοδρή και απότομη ύφεση».
Σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο βρετανικό δίκτυο, ο Φινκ υποστηρίζει ότι τα κράτη οφείλουν να επιδείξουν πραγματισμό όσον αφορά το ενεργειακό τους μείγμα, αξιοποιώντας όλες τις διαθέσιμες πηγές, καθώς η παροχή φθηνής ενέργειας αποτελεί «κλειδί» για την ανάπτυξη και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. «Η αύξηση των τιμών της ενέργειας λειτουργεί ως ένας ιδιαίτερα δυσβάσταχτος φόρος, που πλήττει τους φτωχούς πολύ περισσότερο από τους πλούσιους», τονίζει.
Αν και το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει ήδη ηλιακή και αιολική ενέργεια, καθώς και υδρογονάνθρακες, ο ίδιος εκτιμά πως αν οι τιμές του πετρελαίου παρέμεναν στα 150 δολάρια για τρία ή τέσσερα χρόνια, «πολλές χώρες θα στρέφονταν με εξαιρετικά ταχείς ρυθμούς προς την ηλιακή και ίσως την αιολική ενέργεια».
Κατά την άποψή του, οι χώρες δεν πρέπει να εξαρτώνται από μία μόνο πηγή ενέργειας: «Χρησιμοποιήστε ό,τι έχετε στη διάθεσή σας χωρίς δεύτερες σκέψεις, αλλά ταυτόχρονα κινηθείτε δυναμικά και προς τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας».
«Καμία απολύτως ομοιότητα με το 2007-2008»
Ορισμένοι αναλυτές έχουν επισημάνει ότι οι τρέχουσες συνθήκες στις αγορές παρουσιάζουν ομοιότητες με την περίοδο που προηγήθηκε της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-2008. Υπάρχει μια διάχυτη ανησυχία ότι τα σημερινά δεδομένα «ξυπνούν μνήμες» εκείνης της εποχής, καθώς ορισμένα στελέχη της αγοράς διακρίνουν κοινά χαρακτηριστικά και προειδοποιητικά σημάδια που παραπέμπουν στην προηγούμενη μεγάλη οικονομική κατάρρευση.
Οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται κατακόρυφα, ενώ κάποιοι κάνουν λόγο για σημάδια «ρωγμών» στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η ίδια η BlackRock είναι μία από τις πολλές εταιρείες που επέβαλαν περιορισμούς στις αναλήψεις από νευρικούς επενδυτές από κεφάλαια ιδιωτικής πίστης (private credit funds).
Ωστόσο, ο Φινκ είναι κατηγορηματικός: δεν υπάρχει καμία πιθανότητα επανάληψης του οικονομικού τραύματος που βιώσαμε το 2007-2008, όταν τράπεζες σε όλο τον κόσμο κατέρρευσαν ή χρειάστηκαν διάσωση. Πιστεύει ότι τα σημερινά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι πολύ πιο ασφαλή.
«Δεν βλέπω καμία απολύτως ομοιότητα», δηλώνει. «Μηδενική». Τα ζητήματα που επηρεάζουν ορισμένα funds αντιπροσωπεύουν ένα μικρό κλάσμα της συνολικής αγοράς και οι επενδύσεις από τα ιδρύματα παραμένουν ισχυρές, λέει.



