Σαν κεραυνός εν αιθρία «έσκασε» την Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2026, η σύλληψη του γνωστού γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη. Ο επιχειρηματίας, που επί χρόνια αποτελούσε γνώριμο πρόσωπο μέσα από τις τηλεοπτικές του εκπομπές και τις δημοπρασίες πολύτιμων αντικειμένων, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με ένα βαρύ κατηγορητήριο που περιλαμβάνει τις πράξεις της αρχαιοκαπηλίας, της πλαστογραφίας και της απάτης.
Ο Γιώργος Τσαγκαράκης αναμένεται να παρουσιαστεί στον εισαγγελέα το πρωί του Σαββάτου 21 Μαρτίου. Από νωρίς το μεσημέρι μέχρι και αργά το απόγευμα της Παρασκευής, κλιμάκια της αστυνομίας πραγματοποίησαν εξονυχιστικούς ελέγχους σε γκαλερί, καταστήματα και αποθηκευτικούς χώρους του επιχειρηματία, καλύπτοντας ένα ευρύ γεωγραφικό φάσμα της Αττικής.
Οι έρευνες επικεντρώθηκαν στην αποθήκη του στην οδό Ιασωνίδου στο Ελληνικό, στο κατάστημα της οδού Γούναρη στη Γλυφάδα, καθώς και στην έδρα των δραστηριοτήτων του στο Κολωνάκι. Τα ευρήματα των αρχών, σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, κρίνονται ως εξαιρετικά σοβαρά και αποκαλύπτουν το μέγεθος της υπόθεσης που καλούνται να διαλευκάνουν οι δικαστικές αρχές.
Γιώργος Τσαγκαράκης – Τι εντόπισαν οι αρχές στις αποθήκες του
Κατά τη διάρκεια των ερευνών εντοπίστηκε ένας τεράστιος αριθμός έργων τέχνης, ο οποίος προκαλεί ίλιγγο. Συγκεκριμένα, κατασχέθηκαν από 300 έως 400 πίνακες ζωγραφικής, οι οποίοι στην πλειονότητά τους φέρονται να είναι πλαστοί. Οι αρχές εκτιμούν ότι τα έργα αυτά προορίζονταν να διοχετευθούν στην αγορά ως αυθεντικά δημιουργήματα γνωστών καλλιτεχνών, παραπλανώντας υποψήφιους αγοραστές και συλλέκτες. Στον αντίποδα, βρέθηκε ένας εξαιρετικά μικρός αριθμός γνήσιων πινάκων, που δεν ξεπερνούν τους 10, οι οποίοι όμως στερούνταν οποιουδήποτε σχετικού πιστοποιητικού γνησιότητας ή νομιμότητας, γεγονός που εγείρει επιπλέον ερωτήματα για τον τρόπο απόκτησής τους.
Πέραν όμως των πινάκων, η υπόθεση προσλαμβάνει διαστάσεις αρχαιοκαπηλίας, καθώς στο φως ήρθαν αντικείμενα μεγάλης ιστορικής και αρχαιολογικής αξίας. Σύμφωνα με επίσημες αναφορές, οι αστυνομικοί εντόπισαν πέντε αρχαίους αμφορείς και τρεις βυζαντινές εικόνες, για τις οποίες ο γκαλερίστας δεν διέθετε κανένα απολύτως έγγραφο κατοχής ούτε είχε προβεί στις απαραίτητες κοινοποιήσεις προς τις αρμόδιες Εφορίες Αρχαιοτήτων.
Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στο επίμαχο Ευαγγέλιο του 18ου αιώνα, το οποίο ο Γιώργος Τσαγκαράκης είχε παρουσιάσει και διαθέσει προς πώληση μέσω τηλεοπτικής δημοπρασίας. Οι πρώτες εκτιμήσεις των ειδικών αναφέρουν ότι το συγκεκριμένο κειμήλιο αξιολογείται ως γνήσιο, γεγονός που το θέτει αυτόματα υπό την προστασία του νόμου περί αρχαιοτήτων, καθιστώντας την παράνομη εμπορία του κακουργηματική πράξη.
Κατά τις έρευνες βρέθηκαν ποσά που αγγίζουν ή και ξεπερνούν τις 200.000 ευρώ, χρήματα τα οποία δεν φαίνεται να δικαιολογούνται από τη νόμιμη δραστηριότητα των επιχειρήσεων του συλληφθέντος. Μέχρι στιγμής, ο επιχειρηματίας δεν έχει δώσει πειστικές εξηγήσεις για την προέλευση των χρημάτων, ούτε για την κατοχή των αρχαίων και βυζαντινών αντικειμένων, με την αστυνομική έρευνα να στρέφεται πλέον στο βάθος χρόνου και στο δίκτυο των πιθανών συνεργατών του.
Η επιχείρηση δεν σταματά στην Αττική, καθώς σε συνεργασία με την εισαγγελία, αναμένεται να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος κατ’ οίκον ερευνών και ελέγχων στα υπόλοιπα καταστήματα που διατηρεί ο γκαλερίστας στην υπόλοιπη χώρα, με ιδιαίτερη έμφαση στις Κυκλάδες και τη Βόρεια Ελλάδα. Όλα τα κατασχεθέντα αντικείμενα πρόκειται να εξετασθούν εξονυχιστικά από ειδικούς πραγματογνώμονες, αρχαιολόγους και ιστορικούς τέχνης, προκειμένου να εξακριβωθεί η ακριβής τους προέλευση και η πραγματική τους αξία. Η κοινωνία παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις καταιγιστικές εξελίξεις σε μια υπόθεση που φαίνεται να ξετυλίγει το νήμα μιας εκτεταμένης δράσης γύρω από το παράνομο εμπόριο πολιτιστικών θησαυρών και πλαστών έργων τέχνης.

Η ανακοίνωση που αποσύρθηκε
Αργά το απόγευμα η «Γκαλερί Τσαγκαράκης ΕΠΕ» εξέδωσε ανακοίνωση που αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα της επιχείρησης αλλά και στα social media. Ωστόσο λίγες ώρες αργότερα αποσύρθηκε και πλέον δεν υπάρχει.
Η ανακοίνωσε ανέφερε τα εξής: «Η εταιρεία ΓΚΑΛΕΡΙ ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΕΠΕ δεν εμπορεύεται τους συγκεκριμένους πίνακες ζωγραφικής που βρέθηκαν στις αποθήκες της εταιρείας, διότι αποτελούν προσωπική περιουσία και προσωπική συλλογή του κ. Τσαγκαράκη και προέρχονται από κληροδότημα από τους θανόντες γονείς του. Η κατοχή των συγκεκριμένων αλλά και των περισσότερων έργων τέχνης ανάγεται προ τεσσαρακονταετίας, ως προσωπικά και συλλεκτικά αντικείμενα της οικογένειας του κ. Τσαγκαράκη. Σχετικά με το Ευαγγέλιο που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο, η εταιρεία ήδη έπραξε τα δέοντα προκειμένου να το παραδώσει στις αρμόδιες αρχές ώστε να αξιολογήσουν τη γνησιότητα, την χρονολογία του και την πιθανότητα αγοράς του από το ελληνικό δημόσιο, διότι η εταιρεία δεν διαθέτει έμπειρο γνώστη θρησκευτικών και άλλων παρόμοιων αντικειμένων».



