Εντόπισαν και κατέσχεσαν 41.993 απομιμητικά προϊόντα με παράνομα εμπορικά σήματα, τα οποία στη συνέχεια καταστράφηκαν, ενώ επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ύψους 224.500 ευρώ, στο πλαίσιο ταυτόχρονων ελέγχων που πραγματοποίησαν χθες (5.3.2026) στελέχη της Διατομεακής Μονάδας Ελέγχου της Αγοράς (ΔΙΜΕΑ) σε Πάτρα, Κάτω Αχαΐα, Κόρινθο και Κατερίνη.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΔΙΜΕΑ, οι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν κατόπιν αξιοποίησης πληροφοριών που αφορούσαν εμπορικά σήματα παγκόσμιας online εταιρεία μόδας (fast fashion) με ρούχα, παπούτσια, αξεσουάρ και είδη ομορφιάς. Στους παραβάτες επιβλήθηκαν διοικητικά πρόστιμα, ενώ για δύο ημεδαπούς κινήθηκε η αυτόφωρη διαδικασία για τα αδικήματα της παραποίησης εμπορικών σημάτων και της απάτης.
Τα προϊόντα προορίζονταν να τοποθετηθούν σε είδη ένδυσης και να διατεθούν προς πώληση σε καταστήματα που έφεραν παρανόμως την εμπορική επωνυμία της συγκεκριμένης διεθνούς πλατφόρμας.
Καθοριστική υπήρξε η συμβολή της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Πατρών, του Τμήματος Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Δυτικής Αχαΐας και της Ομάδας Πρόληψης και Διαμεσολάβησης Δυτικής Αχαΐας της Ελληνικής Αστυνομίας. Η επιχείρηση είχε σχεδιαστεί σε στενή συνεργασία με την Ελληνική Αστυνομία και προετοιμαζόταν για διάστημα περίπου έξι εβδομάδων.
Η διοικήτρια της Ανεξάρτητης Αρχής Δέσποινα Τσαγγάρη συνεχάρη δημόσια τη ΔΙΜΕΑ. και την Ελληνική Αστυνομία για τον άρτιο σχεδιασμό και την επιτυχή υλοποίηση της επιχείρησης, σημειώνοντας: «Η χτεσινή επιχείρηση αποτελεί ένα ακόμη ισχυρό μήνυμα ότι η Ανεξάρτητη Αρχή δεν αφήνει κανένα πεδίο παρανομίας ανεξέλεγκτο. Ταστελέχη της ΔΙ.Μ.Ε.Α. απέδειξαν την υψηλή επιχειρησιακή τους ετοιμότητα, σχεδιάζοντας και υλοποιώντας με επιτυχία μια σύνθετη επιχείρηση κατά της παραποίησης εμπορικών σημάτων. Θέλω να συγχαρώ θερμά τη ΔΙΜΕ. και την Ελληνική Αστυνομία. Η προστασία της αγοράς, των νόμιμων επιχειρήσεων και των καταναλωτών αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα».
Η Ανεξάρτητη Αρχή σημείωνει ότι συνεχίζει με συνέπεια τους ελέγχους που απαιτούνται για τη διασφάλιση του θεμιτού ανταγωνισμού, την προστασία των καταναλωτών και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στην αγορά.



