Στοχεύοντας στην ενίσχυση της παρουσίας της στις αγορές του Περσικού Κόλπου, η ελληνική βιομηχανία τροφίμων δίνει και φέτος δυναμικό «παρών» σε μία από τις σημαντικότερες διεθνείς εκθέσεις του κλάδου, τη Gulfood, που πραγματοποιείται στο Ντουμπάι. Περίπου 75 ελληνικές επιχειρήσεις συμμετέχουν φέτος, επιχειρώντας να κεφαλαιοποιήσουν το αυξανόμενο ενδιαφέρον για προϊόντα μεσογειακής διατροφής και να διεκδικήσουν μερίδιο σε μία αγορά με έντονα χαρακτηριστικά εισαγωγικής εξάρτησης.
Η φετινή ελληνική αποστολή περιλαμβάνει ορισμένους από τους ισχυρότερους παίκτες της εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων και ποτών, καλύπτοντας σχεδόν το σύνολο των βασικών κατηγοριών. Η συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων πραγματοποιείται είτε υπό την οργανωτική «ομπρέλα» του Enterprise Greece είτε μέσω αυτόνομων παρουσιών και συνεργατικών σχημάτων.
Συγκεκριμένα, στον χώρο των γαλακτοκομικών και των προϊόντων ευρείας κατανάλωσης δίνουν το παρών εταιρείες με ήδη ισχυρό εξαγωγικό αποτύπωμα, όπως η Κρι Κρι, η ΜΕΒΓΑΛ, η Όμηρος, η ΖΑΝΑΕ, η Paliria, η Μέλισσα Κίκιζας, ο ο Όλυμπος, ο Μπάρμπα Στάθης και η Intercomm Foods.
Σημαντική είναι και η παρουσία επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε premium και υψηλής προστιθέμενης αξίας κατηγορίες, όπως η Trikalinos, αλλά και εταιρειών που έχουν αναπτύξει έντονη δυναμική τα τελευταία χρόνια, μεταξύ των οποίων το τυροκομείο Κωσταρέλου και η Φάρμα Κουκάκης. Παράλληλα, στον κλάδο του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών συμμετέχουν εταιρείες όπως οι AGROVIM, Askra Olive Oil, Plakias Olive Oil, El. Mar Olives και Mani Foods.
Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, η έκθεση του Ντουμπάι έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε κομβική πλατφόρμα εξωστρέφειας, καθώς η πόλη λειτουργεί ως κέντρο επανεξαγωγών προς ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Η γεωγραφική της θέση και η εμπορική της δικτύωση προσφέρουν πρόσβαση σε αγορές με πληθυσμό που υπερβαίνει το ένα δισεκατομμύριο καταναλωτές, γεγονός που καθιστά την παρουσία στη Gulfood στρατηγικής σημασίας.
Ωστόσο, παρά τη δυναμική που καταγράφεται σε επίπεδο συμμετοχών, η συνολική ελληνική παρουσία στις αγορές της Μέσης Ανατολής παραμένει περιορισμένη σε απόλυτους όρους. Τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το 2024 οι ελληνικές εξαγωγές προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαμορφώθηκαν περίπου στα 400 εκατ. δολάρια, ενώ προς τη Σαουδική Αραβία ξεπέρασαν οριακά τα 450 εκατ. δολάρια. Τα μεγέθη αυτά αντιπροσωπεύουν μικρό ποσοστό του συνολικού εξαγωγικού αποτυπώματος της χώρας, αφήνοντας όμως σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης, ιδίως για τον κλάδο των τροφίμων και ποτών.
Οι προοπτικές αυτές ενισχύονται από το βελτιωμένο πλαίσιο των διμερών πολιτικών και οικονομικών σχέσεων που έχει αναπτύξει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια τόσο με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα όσο και με τη Σαουδική Αραβία, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για πιο συστηματική και μακροπρόθεσμη επιχειρηματική παρουσία. Η σημασία της περιοχής είναι ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη ότι περίπου το 80% της κατανάλωσης τροφίμων στη Μέση Ανατολή εξαρτάται από τις εισαγωγές, κυρίως από την Ευρώπη και την Ασία.
Η 31η διοργάνωση της Gulfood, που βρίσκεται σε εξέλιξη από τις 26 έως τις 30 Ιανουαρίου 2026, σηματοδοτεί και μια ποιοτική αναβάθμιση της έκθεσης, καθώς για πρώτη φορά θα φιλοξενηθεί σε δύο εκθεσιακούς χώρους, στο Dubai World Trade Centre και στο Dubai Expo City. Η επέκταση αυτή αποσκοπεί τόσο στην αύξηση της εκθεσιακής επιφάνειας όσο και στη βελτίωση της εμπειρίας εκθετών και επισκεπτών.
Στον πρώτο εκθεσιακό χώρο θα παραμείνουν οι κλάδοι των Oils and Fats (έλαια και φυτικά/ ζωικά λίπη), Dairy (Γαλακτοκομικών), Beverages (Μη αλκοολούχων ποτών), Meat, Poultry, Sea Food (προϊόντα κρέατος και ιχθυηρών), ενώ στον δεύτερο θα υπάρχουν τα Γενικά Τρόφιμα (World Food), Pulses and Grains (όσπρια και δημητριακά), Fresh (νωπά φρούτα και λαχανικά), Logistics (εφοδιαστική αλυσίδα), Gulfood AI (τεχνολογίες τροφίμων, start-ups, κλπ).
Με περισσότερους από 5.500 εκθέτες από 198 χώρες και πάνω από 140.000 εμπορικούς επισκέπτες, η Gulfood παραμένει ένα από τα πιο ισχυρά σημεία συνάντησης της παγκόσμιας βιομηχανίας τροφίμων. Για την ελληνική αγορά, η πρόκληση δεν είναι πλέον μόνο η προβολή, αλλά η μετατροπή της ισχυρής παρουσίας σε διατηρήσιμη εμπορική διείσδυση σε μία αγορά με υψηλές απαιτήσεις και έντονο ανταγωνισμό.



