Μέσω του Γρηγορίου Ορλόφ η Αικατερίνη ήρθε σε επαφή με τον Έλληνα λοχαγό του πυροβολικού Γεώργιο Παπαζώλη, από τη Σιάτιστα.
Ο Παπαζώλης είχε κατορθώσει να πείσει τον Ορλόφ για την αναγκαιότητα του ξεσηκωμού των Ελλήνων.
Ο Ορλόφ, ενθουσιασμένος από τις περιγραφές του Παπαζώλη, προσπάθησε, με τη σειρά του, να πείσει την Αικατερίνη.
Στα σχέδια αυτά, όμως, αντέδρασε ο τότε πρωθυπουργός της Ρωσίας Πανίν, και προς στιγμή το σχέδιο πάγωσε.
Ενόψει όμως του επικειμένου ρωσοτουρκικού πολέμου, ο Ορλόφ, με τη συγκατάθεση της Αικατερίνης, αποφάσισε να στείλει τον Παπαζώλη στην Ελλάδα για να διερευνήσει την κατάσταση και να του αναφέρει σχετικά.
Με βάση την Τεργέστη, ο Παπαζώλης ήρθε σε επαφή, μέσω απεσταλμένων, με προκρίτους της Πελοποννήσου, οι οποίοι με ενθουσιασμό άκουσαν τις διαβεβαιώσεις του περί της ενίσχυσης του κινήματος από τη Ρωσία.
Το 1765 ο Παπαζώλης μετέβη ο ίδιος στην Ελλάδα.
Την ίδια ώρα στο Μαυροβούνιο ο επίσκοπος Σάββας, με την υποστήριξη της Ρωσίας και του Παπαζώλη προσωπικά, είχε κατορθώσει να σχηματίσει ένα ευρύ αντιτουρκικό μέτωπο.
Τότε, εμφανίστηκε στην περιοχή και κάποιος μοναχός Στέφανος, ο οποίος οργάνωσε ένα κίνημα κατά των Τούρκων, το οποίο, βεβαίως, απέτυχε.
Οι ενέργειες αυτές, όμως, είχαν ως συνέπεια να ψυχρανθούν ακόμα περισσότερο οι σχέσεις Ρωσίας και Τουρκίας. 
Στο μεταξύ, ο Παπαζώλης έφτασε στην Ακαρνανία και ήρθε σε συνεννόηση με τους γνωστούς αρματολούς Χρήστο Γρίβα, Λαχούρη και Σταθά Γεροδήμο και με τον δάσκαλο Παναγιώτη Παλαμά.
Ο Παλαμάς και ο Λαχούρης, αφού συνεννοήθηκαν με τους προύχοντες και τους αρματολούς της Φωκίδας, πέρασαν στην Πελοπόννησο και έφτασαν στη Μάνη. Μαζί τους πήγε και ο ίδιος ο Παπαζώλης.
Εκεί ήρθε σε επαφή με τον ισχυρότερο οπλαρχηγό της Μάνης, τον Στέφανο Μαυρομιχάλη, στον οποίο και δήλωσε: «Η Αικατερίνη υποστηρίζει την ελληνικήν θρησκείαν ότι όλα τα βασίλεια της Ευρώπης συνεφώνησαν προς καταστροφήν του τουρκικού κράτους και, εν τοιαύτη περιπτώσει, εις σας τους αείποτε την ελευθερία υπερασπισθέντας απόκειται να σώσητε το παράδειγμα και εις την λοιπήν Ελλάδα, γινόμενοι οι πρώτοι αυτής ελευθερωταί».
Ο Μαυρομιχάλης, όμως, εξήγησε ότι μόνοι οι Μανιάτες δεν μπορούσαν να πολεμήσουν «την τουρκιά».
Ούτε πολλοί ήσαν, ούτε δυστυχώς ενωμένοι. Τελικά οι Μανιάτες έδωσαν την απάντηση ότι αν δεν εμφανίζονταν οι Ρώσοι, δεν επρόκειτο να κινηθούν.
Είχαν άλλωστε πικρή πείρα από τις τόσες προηγούμενες υποσχέσεις που τους είχαν επί τόσα χρόνια δοθεί.
Ο Παπαζώλης δεν απογοητεύτηκε από την άρνηση των Μανιατών. Στράφηκε προς τον κοτζαμπάση της Καλαμάτας, Παναγιώτη Μπενάκη.
Ο Μπενάκης πράγματι αποφάσισε να βοηθήσει με όλες του τις δυνάμεις.
Οι καλές δε σχέσεις που διατηρούσε με τον Τούρκο πασά, τον οποίο δωροδοκούσε σε τακτά χρονικά διαστήματα, του επέτρεψαν να συγκεντρώσει όπλα και εφόδια κάτω από τη μύτη των Τούρκων.
Ήταν δε τόσος ο ενθουσιασμός, ώστε ορισμένοι βιάστηκαν να σηκώσουν τη σημαία της Επανάστασης, με κόστος τη ζωή τους.
Ανάμεσα στα θύματα των Τούρκων ήταν και ο μητροπολίτης Λακεδαίμονας, Ανανίας.
Όλα άλλαξαν όταν το 1768 κηρύχθηκε επίσημα ο ρωσοτουρκικός πόλεμος.
Τα ρωσικά στρατεύματα εισέβαλαν στην οθωμανική επικράτεια από τον Προύθο.
Παράλληλα, οι Αλέξιος και Θεόδωρος Ορλόφ, αδελφοί του Γρηγορίου Ορλόφ, άφησαν την Πετρούπολη και έφτασαν στη Βενετία, με σκοπό να ξεσηκώσουν σε επανάσταση τους υπόδουλους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Το 1769 οι Ρώσοι υπέστησαν μια άνευ προηγουμένου ήττα από τους Τούρκους στη Μολδαβία. Έντρομη η Αικατερίνη αποφάσισε να επισπεύσει τις εξελίξεις και διέταξε την αποστολή στόλου στη Μεσόγειο.
Τέσσερα πλοία της γραμμής, τέσσερις φρεγάτες και λίγα μεταγωγικά, τραγικά εξοπλισμένα και στελεχωμένα, αποτελούσαν τον ρωσικό «στόλο».
Την κατ’ όνομα διοίκηση ασκούσε ο ναύαρχος Σπιριντόφ (ή Σπιριτόφ). Ουσιαστικός αρχηγός όμως ήταν ο Άγγλος πλοίαρχος Γκρεγκ.
Επί των ρωσικών σκαφών επέβαιναν και αρκετοί Έλληνες, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζε ο Μυκονιάτης πλοίαρχος Αντώνιος Ψαρρός (ή Ψαρός).
Παράλληλα άλλος ένας στόλος ετοιμαζόταν να αποπλεύσει από την Πετρούπολη, υπό τις διαταγές του Σκώτου ναυάρχου Έλφισντον, συγκείμενος από τέσσερα πλοία της γραμμής, δύο φρεγάτες και δύο κορβέτες. 
Στο μεταξύ, οι αδελφοί Ορλόφ δέχθηκαν την επίσκεψη Μανιατών απεσταλμένων, οι οποίοι, όμως, τους τόνισαν ότι θα κινούνταν μόνο αν εμφανίζονταν στην Πελοπόννησο τουλάχιστον 10.000 Ρώσοι στρατιώτες και μόνο αν η Αικατερίνη διέγραφε από την επιστολή που τους είχε αποστείλει την προσβλητική φράση «η αυτοκράτειρα ηυδόκησεν ίνα σας θεωρήσει (τους Μανιάτες) υπηκόους της».
Οι Μανιάτες εξήγησαν στους Ορλόφ ότι δεν έψαχναν για δυνάστη, αλλά για ελευθερία.
Εξαρχής λοιπόν οι σχέσεις μεταξύ Μανιατών και Ορλόφ δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές.
Οι Τούρκοι όμως, φοβούμενοι την έκρηξη νέας επανάστασης, προέβησαν σε προληπτικές σφαγές και διώξεις.
Τουρκαλβανοί στρατιώτες άρχισαν να λεηλατούν τους ελληνικούς πληθυσμούς.
Ως και ο οικουμενικός πατριάρχης Μελέτιος, με εντολή του σουλτάνου, καθαιρέθηκε και φυλακίστηκε.
Και ενώ η επανάσταση κινδύνευε να καταπνιγεί πριν καν εκδηλωθεί, οι Ρώσοι δεν έλεγαν να κινηθούν.
Τελικά, ύστερα από πολλές περιπέτειες, η πρώτη ρωσική μοίρα του Σπιριντόφ, στα πλοία της οποίας είχαν επιβιβαστεί και οι αδερφοί Ορλόφ, μαζί με μερικούς Σκλαβούνους και Μαυροβούνιους που είχαν στο μεταξύ στρατολογήσει, έφτασαν στα ελληνικά νερά και στις αρχές Φεβρουαρίου του 1770 αγκυροβόλησαν στις Στροφάδες.
Προηγουμένως, η ρωσική μοίρα είχε καταπλεύσει στη Μάλτα, σε μια προσπάθεια προσεταιρισμού των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη στον κατά των Τούρκων πόλεμο. Εκεί, στη Μάλτα, οι Ορλόφ δέχθηκαν την επίσκεψη Ελλήνων προχούντων.
Η αλαζονική συμπεριφορά του Αλέξιου Ορλόφ απέναντι τους και η μικρή δύναμη που είχαν μαζί τους επηρέασαν αρνητικά τους Έλληνες εκπροσώπους.
Οι Ρώσοι όμως διέπραξαν στη συνέχεια ένα ακόμα μεγαλύτερο σφάλμα: αντί να πλεύσουν γρήγορα προς την Πελοπόννησο, απέστειλαν μια φρεγάτα τους στις πελοποννησιακές ακτές, η οποία επί τρεις εβδομάδες περιέπλεε τις ακτές, συνεγείροντας τις τουρκικές αρχές.
Στις 28 Φεβρουαρίου, ο ρωσικός στόλος αγκυροβόλησε στο λιμάνι του Οιτύλου.
Οι Ορλόφ είχαν μαζί τους μόνο 500 στρατιώτες, 4 κιβώτια με όπλα, αλλά και ιερατικά άμφια και εικονίσματα!!! Παρ’ όλα αυτά, απαίτησαν την άμεση πολεμική έγερση των Μανιατών.
Τους διέταξαν μάλιστα να ειδοποιήσουν και τους άλλους μυημένους στο κίνημα οπλαρχηγούς να σπεύσουν να τους συναντήσουν.
Οι Μανιάτες όμως δεν ήταν οι κουλάκοι δουλοπάροικοι τους οποίους οι Ορλόφ είχαν συνηθίσει να διοικούν.
Τελικά, οι Έλληνες πείστηκαν να συμπράξουν και, μαζί με τους ελάχιστους Ρώσους στρατιώτες, συγκροτήθηκαν δύο στρατιωτικά σώματα: η «Ανατολική Σπαρτιατική Λεγεών» και η «Δυτική Σπαρτιατική Λεγεών».
Πρώτος στόχος των στρατευμάτων των Ορλόφ ήταν η Κορώνη.
Στις 10 Μαρτίου 1770 ο Θεόδωρος Ορλόφ εμφανίστηκε με τρία πλοία της γραμμής ενώπιον της πόλης και αποβίβασε 400 άνδρες.
Η τουρκική φρουρά, που διέθετε επίσης 400 άντρες, ήταν έτοιμη αρχικά να παραδοθεί.
Όταν όμως άρχισαν οι επιχειρήσεις και οι Τούρκοι είδαν την ανικανότητα του Θεόδωρου Ορλόφ, ανέκτησαν το θάρρος τους και συνέχισαν την αντίσταση.
Την ίδια ώρα η Δυτική Λεγεώνα, αποτελούμενη από 200 Έλληνες και 12 Ρώσους, καταλάμβανε την Καλαμάτα, διοικητής της οποίας ορίστηκε ο Π. Μπενάκης, αφού προηγουμένως οι Ρώσοι τον υποχρέωσαν να ορκιστεί πίστη στην Αικατερίνη. 
Η Ανατολική Λεγεώνα είχε επίσης κατορθώσει να κυριεύσει τον Μιστρά, λόγω του τρόμου των Τούρκων απέναντι στις ρωσικές στολές που φορούσαν οι άνδρες της.
Η νίκη στον Μυστρά είχε ως συνέπεια να ξεσπάσει γενική επανάσταση των Ελλήνων, από την Πελοπόννησο έως τη Θεσσαλία και την Κρήτη.
Αν οι Ρώσοι είχαν φέρει μαζί τους περισσότερα όπλα οι Τούρκοι θα είχαν από τότε συντριβεί.
Οι μητροπολίτες Πατρών και Κορίνθου Παρθένιος και Μακάριος αντίστοιχα, οι αρματολοί Χρήστος Γρίβας και Σταθάς Γεροδήμος, στη δυτική Στερεά, ο Κ. Σουσμάνης, ο Λώρης και ο Κομνηνός Τράκας στη Φωκίδα, ο Ιωάννης Καλπούζος στη Λειβαδιά, ο Μητρομάρας στα Μέγαρα και ο Δασκαλογιάννης στα Σφακιά, όλοι τους σήκωσαν τη σημαία με τον Σταυρό και ξεκίνησαν άγριο πόλεμο με τους Τούρκους, προσμένοντας τη βοήθεια των Ρώσων, η οποία, όμως, δεν θα έφτανε ποτέ.
Την ίδια ώρα και οι Επτανήσιοι εγκατέλειπαν μαζικά τα νησιά τους και πήγαιναν στην Πελοπόννησο για να πολεμήσουν κατά των Τούρκων.
Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 5.000 ένοπλοι Επτανήσιοι έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις. Επρόκειτο πραγματικά για γενικό ξεσηκωμό.
Οι Ρώσοι παρ’ όλ’ αυτά σύντομα έδειξαν τις αδυναμίες τους. Η πολιορκία της Κορώνης δεν έβαινε καλώς, λόγω της ανικανότητας των Ρώσων πυροβολητών, οι οποίοι, κατά τον Μαυρομιχάλη, «κατέστρεφαν τα σπίτια των Ελλήνων στα ριζά του κάστρου, χωρίς να βλάπτουν το κάστρο καθ’ αυτό»!
Η κριτική του Μαυρομιχάλη προκάλεσε νέες έριδες με τον Θεόδωρο Ορλόφ. Ο Ρώσος δεν δίστασε μάλιστα να αποκαλέσει τον Μανιάτη ηγέτη «αποστάτη». Με ψυχραιμία τότε εκείνος απάντησε: «Και αν ακόμα είχες υπό τας διαταγάς σου όλους τους στρατούς της αυτοκράτειρας σου, δούλος πάλιν θα ήσο. Ενώ εγώ είμ’ ελεύθερος αρχηγός, λαού ελευθέρου. Και αν ποτέ η μοίρα με καταστήση τον έσχατον των ανθρώπων, πάλιν η κεφαλή μου θα αξίζη περισσότερον της ιδικής σου».
Κατόπιν τούτων, οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πολιορκία της Κορώνης, παρά το γεγονός ότι στις 23 Απριλίου 1770, αφίχθη στις ελληνικές θάλασσες και η δεύτερη μοίρα τους στόλου τους.
Οι Έλληνες της Κορώνης ήταν τα πρώτα θύματα της ρωσικής εγκατάλειψης και πλήρωσαν με τον μαρτυρικό τους θάνατο τα «παιχνίδια» της Αικατερίνης.
Στο μεταξύ, οι οπλαρχηγοί της Στερεάς είχαν κατορθώσει να απελευθερώσουν το Μεσολόγγι, το οποίο οχύρωσαν με τάφρο και κατέστησαν έδρα της προσωρινής ελληνικής κυβέρνησης, υπό τους Παλαμά, Γουλίμη και Καλογεράκη.
Η επαναστατική κυβέρνηση ζήτησε μάταια τότε από τους Ορλόφ τη διάθεση ενός πολεμικού πλοίου προς φύλαξη της εισόδου του Κορινθιακού.
Παράλληλα, οι Λαχούρης και Γρίβας πολιορκούσαν το Αγρίνιο και ο Σταθάς εκδίωκε τους Τούρκους από όλον τον Βάλτο, έως τα Άγραφα και το Καρπενήσι. Νοτιότερα ο Σουσμάνης πολιορκούσε τη Ναύπακτο.
Στην υπόλοιπη Στερεά, οι οπλαρχηγοί Κομνηνός και Καλπούζος πολιορκούσαν τη Λειβαδιά και ο Μητρομάρας είχε αναγκάσει τους Τούρκους να κλειστούν στην Ακρόπολη των Αθηνών.
Στην Πελοπόννησο ο μητροπολίτης Πατρών Παρθένιος τέθηκε επικεφαλής επαναστατικού στρατού και απελευθέρωσε ολόκληρη την επαρχία Καλαβρύτων, την ώρα που οι Νοταράδες καταλάμβαναν τον Ισθμό, ενώ οι Μανιάτες καταλάμβαναν την Πύλο. 
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή που η νίκη χαμογελούσε στους Έλληνες, οι Ρώσοι αποφάσισαν να εκβιάσουν τις εξελίξεις, με τραγικές συνέπειες.
Η Ανατολική Λεγεώνα, με 3.000 ενόπλους υπό τον Αντώνιο Ψαρό, διατάχθηκε από τους Ορλόφ να καταλάβει την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, Τρίπολη. Επρόκειτο για χίμαιρα.
Ο Ψαρός με τους 3.000 άνδρες του, χωρίς ιππικό και πυροβολικό θα ήταν αδύνατο να καταλάβει την καλά οχυρωμένη Τρίπολη, την οποία άλλωστε φρουρούσαν σημαντικές τουρκικές δυνάμεις. Μοιραία λοιπόν ο Λεγεώνα του Ψαρού διαλύθηκε από το τουρκικό ιππικό.
Το αποτέλεσμα της ήττας ήταν ο πασάς της Τρίπολης να διατάξει γενική σφαγή των Ελλήνων.
Περισσότεροι από 3.000 Έλληνες της Τρίπολης σφαγιάστηκαν, και οι Τούρκοι έβαψαν με το αίμα τους τα άλογα και τα χέρια τους, ευχαριστώντας τον προφήτη για τη νίκη που τους χάρισε.
Το ίδιο συνέβη και στα Τρίκαλα όπου άλλοι τόσοι Έλληνες σφαγιάστηκαν, μετατρέποντας τον Πηνειό σε ερυθρό τέλμα. Σφαγές όμως πραγματοποιήθηκαν και στη Λήμνο, τη Σμύρνη και τη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας.
Ταυτόχρονα, οι Τούρκοι στρατολόγησαν πλήθη Αλβανών τα οποία διέταξαν να εξοντώσουν τους Έλληνες. Οι τουρκαλβανικές ορδές επιτέθηκαν πρώτα στους οπλαρχηγούς της δυτικής Στερεάς. Ο Σταθάς αναγκάστηκε να αποτραβηχτεί στα βουνά.
Ο Γρίβας όμως και αδερφός του Τσέγιος, μαζί με τον Λαχούρη, έδωσαν σκληρή μάχη με πολυάριθμους εχθρούς, και τελικά περικυκλώθηκαν.
Επιχείρησαν τότε να διασπάσουν τον κλοιό, πραγματοποιώντας έφοδο με τα σπαθιά.
Έπεσαν όλοι πολεμώντας, εκτός από έξι που κατόρθωσαν, προσποιούμενοι τους νεκρούς, να σωθούν. Η μάχη αυτή έγινε στην παλαιά γέφυρα του Αγγελόκαστρου, στη θέση που έχει λάβει την ονομασία «των Γριβαίων τα κόκαλα»!
Μετά την κατάπνιξη της επανάστασης στη Στερεά, οι Τουρκαλβανοί κατεβήκαν στην Πελοπόννησο, αφού πρώτα ήραν την πολιορκία της Λειβαδιάς και κατέλαβαν το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό σφάζοντας και λεηλατώντας.
Μάταια ο Μητρομάρας προσπάθησε να τους σταματήσει στον Ισθμό. Αν και διέλυσε ένα ολόκληρο εχθρικό σώμα, αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη Σαλαμίνα, μαζί με τιε γυναίκες και τα παιδιά της Μεγαρίδας, λόγω της τεράστιας αριθμητικής υπεροχής του εχθρού.
Οι Τουρκαλβανοί εισέβαλαν τελικά στην Πελοπόννησο μέσω του Ισθμού, αλλά και μέσω Πατρών, όπου αποβιβάστηκαν χωρίς να τους ενοχλήσουν τα ρωσικά πολεμικά, τα οποία ναυλοχούσαν στην Πύλο.
Η Πάτρα ισοπεδώθηκε, ενώ η Κόρινθος κατάφερε τελευταία στιγμή να σωθεί, αφού οι κάτοικοι έδωσαν τεράστιο «μπαχτσίσι» στους εχθρούς.
Στη συνέχεια, 8.000 Τουρκαλβανοί, υπό τον Χατζή Οσμάν επιτέθηκαν στους Μανιάτες.
Ο Μαυρομιχάλης, με 24 άνδρες, κατόρθωσε να αντισταθεί επί τρεις ημέρες.
Στο τέλος, αυτός και ο γιος του, οι μόνοι που είχαν απομείνει ζωντανοί, επιχείρησαν, σχεδόν ετοιμοθάνατοι, έξοδο. Συνελήφθησαν, όμως, και σφαγιάστηκαν. 
Στη συνέχεια, οι Τουρκαλβανοί, υπό τα αδιάφορα βλέμματα των Ορλόφ, επιτέθηκαν κατά της Μεθώνης, διέλυσαν το ρωσικό σώμα που τη φρουρούσε και κατέσφαξαν όλους τους Έλληνες κατοίκους της.
Την ίδια ώρα ο Θεόδωρος Ορλόφ, όχι μόνο παρέμενε αδρανής στην Πύλο, αλλά αρνήθηκε και την είσοδο εντός των τειχών στους χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες, που έφευγαν για να γλιτώσουν το τουρκικό μαχαίρι.
Κι όμως, οι Ρώσοι είχαν τη δυνατότητα να βοηθήσουν αφού είχαν μάλιστα απαλλαγεί από τον οθωμανικό στόλο τον οποίο κατέστρεψαν παντελώς σε ναυμαχία έξω από τη Χίο.
Ό,τι απέμεινε από τον τουρκικό στόλο τον πυρπόλησαν στο λιμάνι του Τσεσμέ τα ρωσικά πυρπολικά, πλοηγούμενα από Έλληνες και Άγγλους ναυτικούς.
Είναι γνωστό, μάλιστα, το όνομα του πρώτου Έλληνα πυρπολητή, του Παναγιώτη Αλεξόπουλου, ο οποίος διακρίθηκε ιδιαιτέρως στην επιχείρηση αυτή.
Στο μεταξύ ο ρωσικός στόλος επιχειρούσε στο Αιγαίο και «απελευθέρωνε» νησιά, τα οποία αμέσως μετά εγκατέλειπε στην εκδικητική μανία των Τούρκων.
Όσον αφορά στην Πελοπόννησο, 60.000 Τουρκαλβανοί ρήμαζαν τον τόπο, σε ένα πρωτοφανές λουτρό αίματος και φρίκης.
Τελικά, η Αικατερίνη υπέγραψε το 1774 με τον σουλτάνο τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, με την οποία έληγε ο πόλεμος και λαμβάνονταν, υποτίθεται, κάποια μέριμνα για τους ορθοδόξους υπηκόους της Υψηλής Πύλης.
Ουσιαστικά, όμως, δεν ελήφθη κανένα μέτρο, και οι Αλβανοί έσφαζαν ανενόχλητοι Έλληνες έως το 1779, οπότε αντέδρασε ο ίδιος ο σουλτάνος, κι αυτό γιατί είχαν σε τέτοιο βαθμό αποθρασυνθεί, ώστε τόλμησαν να επιτεθούν και κατά των Τούρκων.
Τότε ο Χασάν πασάς επιτέθηκε εναντίον τους, με τη σύμπραξη των Ελλήνων κλεφταρματολών και τους κατέσφαξε.
Έξω από τα τείχη της Τρίπολης, ο Χασάν έστησε μια μακάβρια πυραμίδα από 4.000 κρανία Αλβανών. 
Μετά τη νίκη του, όμως, αποφάσισε να συντρίψει και τους Έλληνες.
Έτσι, επιτέθηκε κατά ενός σώματος 600 κλεφταρματολών, υπό τους Κωνσταντίνο Κολοκοτρώνη, Ζαχαρία, Παναγιώταρο, Αλέξη Ντάρα, Ιωάννη Θιακό, Ρούση, Κόρδιο, Κρεμαστιώτη και Μουντζούρη.
Οι 600 Έλληνες πολέμησαν επί 12 μέρες ενάντια σε 20.000 Τούρκους, ενισχυμένους με ιππικό και πυροβολικό.
Τελικά έπεσαν οι περισσότεροι, ενώ κατάφεραν να επιζήσουν ο Αναγνώστης Κολοκοτρώνης μαζί με το δεκάχρονο ανιψιό του Θοδωράκη Κολοκοτρώνη (τον μετέπειτα Γέρο του Μωριά), ο Ζαχαρίας, ο Ντάρας κι άλλοι 240 άνδρες.
Παρά το πλήγμα, η κλεφτουριά δεν ξεριζώθηκε από τα βουνά, ούτε πτοήθηκε από τις σφαγές και τις καταστροφές.
Ήδη ο περίφημος Μητρομάρας είχε συγκροτήσει στόλο και, με ορμητήριο τη Σαλαμίνα, είχε καταστεί φόβητρο των Τούρκων, καθώς δεν δίσταζε να επιτίθεται ακόμα και κατά της οχυρής Αθήνας.
Ο ίδιος, άλλωστε, στον Κερατόπυργο Κερατσινίου διέλυσε ένα ακόμα τουρκικό σώμα.
Περιώνυμος κλέφτης της εποχής ήταν και ο Ζαχαρίας, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, γλίτωσε από τις ορδές του Χασάν.
Ο Ζαχαρίας Βαρβιτσιώτης συγκρότησε μετά την καταστροφή νέο Σώμα 200 ανδρών, το οποίο διέθετε και δική του σημαία, γαλανόλευκη, με την επιγραφή «Αρχιστράτηγος Πελοποννήσου».
Την περίοδο αυτή αρχίζουν να ακούγονται για πρώτη φορά και άλλα ονόματα κλεφταρματολών, γνωστότερα από τη δράση τους στη μεγάλη Επανάσταση του 1821. Ξεχωρίζουν, μεταξύ άλλων, τα ονόματα του Νικηταρά, του Αναγνωσταρά και του Πλαπούτα.
Μία από τις μεγαλύτερες δε επιτυχίες των κλεφτών την περίοδο αυτή ήταν και η συντριβή από τον Κωνσταντή Κολοκοτρώνη του Σώματος του Αλβανού Μετζ Αράπη.



