Ομοσπονδιακός δικαστής στις Ηνωμένες Πολιτείες μπλόκαρε την εφαρμογή της περιοριστικής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ σχετικά με την πρόσβαση των δημοσιογράφων στο Πεντάγωνο, κρίνοντας ότι εγείρονται σοβαρά ζητήματα ως προς τα δικαιώματα του Τύπου.
Η επίμαχη πολιτική προέβλεπε ότι δημοσιογράφοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «κίνδυνος για την ασφάλεια» και να χάσουν τη διαπίστευσή τους, εφόσον αναζητούσαν πληροφορίες που δεν είχαν εγκριθεί για δημοσιοποίηση ή παρότρυναν στρατιωτικό προσωπικό να αποκαλύψει διαβαθμισμένες —και σε ορισμένες περιπτώσεις μη διαβαθμισμένες— πληροφορίες.
Η αγωγή των New York Times και τα συνταγματικά ζητήματα
Η αγωγή που κατέθεσε η εφημερίδα New York Times στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Ουάσιγκτον υποστήριξε ότι οι αλλαγές που υιοθέτησε το υπουργείο Άμυνας το 2025 έδιναν τη δυνατότητα αποκλεισμού δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης με αυθαίρετα κριτήρια, παραβιάζοντας τις συνταγματικές διατάξεις για την ελευθερία του λόγου και τη δίκαιη διαδικασία.
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη πολιτική είναι εύλογη και αναγκαία για την προστασία της εθνικής ασφάλειας και των στρατιωτικών πληροφοριών.
Αντιδράσεις μέσων και αναδιάρθρωση ανταποκριτών
Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αγωγή, από τα 56 μέσα ενημέρωσης που συμμετείχαν στην Ένωση Ανταποκριτών του Πενταγώνου, μόνο ένα αποδέχθηκε τη νέα πολιτική. Οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι, που αρνήθηκαν να την υπογράψουν, παρέδωσαν τις διαπιστεύσεις τους. Στη συνέχεια, το Πεντάγωνο συγκρότησε νέο σώμα ανταποκριτών, αποτελούμενο από μέσα και πρόσωπα που θεωρούνται φιλικά διακείμενα προς την κυβέρνηση, εξέλιξη που οι Times χαρακτήρισαν ως ένδειξη περιορισμού της μη ευνοϊκής δημοσιογραφικής κάλυψης.
Παράλληλα, εκκρεμεί ξεχωριστή αγωγή του Associated Press, το οποίο απομακρύνθηκε από το σώμα ανταποκριτών του Λευκού Οίκου, επειδή συνέχισε να χρησιμοποιεί την ονομασία «Κόλπος του Μεξικού» αντί για «Κόλπος της Αμερικής», όπως μετονομάστηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ.



