Ευθεία επίθεση στις ελληνικές θέσεις αναφορικά με το Αιγαίο κάνει αρθρογράφος της εφημερίδας Τζουμχουριέτ (Cumhuriyet), φροντίζοντας όμως να την καλύπτει πίσω από μία μάλλον ρηχή κριτική στις θέσεις του προέδρου Ερντογάν, όπως τις διατύπωσε κατά την συνάντησή του με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.
«Ο Έλληνας πρωθυπουργός Μητσοτάκης, δεδομένου ότι δεν έχουμε πλέον πρωθυπουργό, πήρε προαγωγή και έγινε δεκτός από τον Ερντογάν», αρχίζει το άρθρο του ο Τούρκος Ahmet Suha Umar, αρθρογράφος της Τζουμχουριέτ.
O ίδιος υποστηρίζει ότι «πριν από την επίσκεψη, ο Μητσοτάκης ανακοίνωσε ότι θα επεκτείνει τα χωρικά ύδατα της Ελλάδας στο Αιγαίο Πέλαγος σε 12 μίλια και ότι δεν θα υποχωρήσει στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ασκώντας πίεση στην ΕΕ, εξασφάλισε τον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα SAFE, επικαλούμενος ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο πέραν των 6 μιλίων αποτελεί «αιτία πολέμου» (casus belli). Τόνισε (σ.σ. ο κ. Μητσοτάκης) ότι το μόνο ζήτημα στο Αιγαίο ήταν η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.
Η δήλωση του Ερντογάν στην κοινή συνέντευξη Τύπου ότι τα θέματα αυτά δεν συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια της συνάντησης και ότι το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας θα μπορούσε να επιλυθεί στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, κατέδειξε την αποδοχή των ελληνικών θέσεων από την κυβέρνηση», αναφέρει ο Umar.
Το Διεθνές Δίκαιο
«Δύο θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου είναι ότι οι διαφορές πρέπει να επιλύονται μέσω διαπραγματεύσεων μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών και ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες μεταξύ των χωρών», συνεχίζει ο Ουμάρ.
«Η μέχρι σήμερα στάση της Τουρκίας, η οποία ευνοεί την επίλυση των ελληνοτουρκικών ζητημάτων μέσω διαπραγματεύσεων, είναι σύμφωνη με το δίκαιο. Αποτελεί επίσης απαίτηση του Δικαίου η Τουρκία να βασίζει τα επιχειρήματά της στη Συνθήκη της Λωζάνης και σε άλλες συμφωνίες στις οποίες η Τουρκία είναι συμβαλλόμενο μέρος (Σύμβαση του Μοντρέ του 1936) ή δεν είναι (Συμφωνία του Παρισιού του 1947), οι οποίες συνήφθησαν για να συμπληρώσουν και να προσαρμόσουν τη συνθήκη στις τρέχουσες συνθήκες. Η Τουρκία έχει δίκιο να θέλει να χρησιμοποιήσει την επιρροή της στις διαπραγματεύσεις και να μην θέλει να αφήσει την προστασία των συμφερόντων της στο Διεθνές Δικαστήριο (ICJ), (σ.σ. εννοεί της Χάγης) το οποίο γνωρίζει ότι είναι ανοιχτό σε κάθε είδους επιρροές».
Με τη συγκεκριμένη αποστροφή, ο Τούρκος αρθρογράφος, αποκαλύπτει ότι η Τουρκία δεν έχει την πρόθεση να υπογράψει συνυποσχετικό για υπαγωγή των διμερών διαφωνιών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, και υποστηρίζει ότι αυτό συμβαίνει επειδή του Δικαστήριο δεν δικάζει δίκαια, όντας «ανοιχτό σε κάθε είδους επιρροές».
«Η Ελλάδα, γνωρίζοντας ότι το ΔΔΕ συχνά καταχωρεί συμφωνίες που έχουν επιτευχθεί μεταξύ των μερών κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας μιας συμφωνίας διαιτησίας, προσπαθεί να παραπέμψει το ζήτημα της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου απευθείας στο ΔΔΧ, αγνοώντας ακόμη και τον όρο ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει πρώτα να προετοιμάσουν μια «συμφωνία διαιτησίας», μέσω διαπραγματεύσεων προτού οι διαφορές παραπεμφθούν στο ΔΔΧ», γράφει ο Ουμάρ, εννοώντας το γνωστό συνυποσχετικό που πρέπει να συνυπογράψουν οι δύο πλευρές πριν πάνε στην Χάγη να λύσουν τις διαφορές τους.
Ο στόχος της Ελλάδας
«Η Ελλάδα, με την υποστήριξη των ΗΠΑ και της ΕΕ, επιχειρεί να «καταλάβει» πολύ μεγαλύτερες θαλάσσιες περιοχές στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο από ό,τι δικαιούται. Με αυτόν τον τρόπο, επιδιώκει επίσης να παρακάμψει τις διατάξεις διεθνών συνθηκών και συμφωνιών που θα εμπόδιζαν τις αβάσιμες αξιώσεις της Ελλάδας» διατείνεται ο Ουμάρ.
«Το γεγονός ότι η Τουρκία δεν είναι μέλος της ΕΕ ενισχύει τη θέση της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς καθιστά πιο δύσκολο για την ΕΕ να ασκήσει πίεση στην Τουρκία. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, όταν τέθηκε το ενδεχόμενο αποκλεισμού της Τουρκίας από την ΕΕ, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Παπούλιας ήταν ο πρώτος που αντιτάχθηκε», γράφει ο Τούρκος αρθρογράφος.
Πώς να διαβάζουν οι Τούρκοι την συνθήκη της Λωζάνης
«Η Συνθήκη της Λωζάνης, η Σύμβαση των Στενών της Λωζάνης, η συμπληρωματική Σύμβαση του Μοντρέ του 1936 και η Συμφωνία του Παρισιού του 1947, ορίζουν όλες τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες παραχωρήθηκε στην Ελλάδα η κυριαρχία επί ορισμένων νησιών του Αιγαίου. Η ανάγνωση του άρθρου 14 της Συνθήκης της Λωζάνης χωρίς να το κατανοήσετε και αγνοώντας το άρθρο 16, είναι είτε άγνοια είτε σκόπιμη πρόθεση. Το άρθρο 16 ορίζει ότι η κυριότητα των νησιών εκτός από αυτά που καθορίζονται στη Συνθήκη της Λοζάνης “καθορίζεται ή θα καθοριστεί” μεταξύ των σχετικών χωρών», υποστηρίζει ο Τούρκος αρθρογράφος. Στην ουσία ο Ουμάρ επικαλείται τις συνθήκες, θεωρώντας ότι οι Τούρκοι δεν τις “διαβάζουν” σωστά.
Επίσης, στη συνέχεια επικαλείται το Δίκαιο της Θάλασσας, με βάση το οποίο η Ελλάδα διευθέτησε την υφαλοκρηπίδα της με την Ιταλία. Και λέει ότι η Τουρκία πρωτοστάτησε για να μπουν στην Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας τα άρθρα με τα οποία Αθήνα και Ρώμη όρισαν την υφαλοκρηπίδα τους. Δεν λέει όμως ότι η Τουρκία δεν έχει υπογράψει την Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας.
«Το να ισχυρίζεται κανείς ότι η στάση της Τουρκίας σχετικά με τις θαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου και τα νησιά του Αιγαίου είναι λανθασμένη, ότι τα επιχειρήματά της είναι νομικά αδύναμα και ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» έχει βυθιστεί στη Μεσόγειο, το να αποδέχεται κανείς να παραπέμψει τα ζητήματα απευθείας στο Διεθνές Δικαστήριο, να παραχωρηθούν προνόμια στο Πατριαρχείο παρά το άρθρο 40 της Συνθήκης της Λωζάνης, σημαίνει να παίζουμε το παιχνίδι της Ελλάδας», ισχυρίζεται ο Ουμάρ.



