Σαν σήμερα το 1991, συνετρίβη το C-130 της Πολεμικής Αεροπορίας στο όρος Όθρυς, με αποτέλεσμα 63 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους.
Ο πτέραρχος ε.α. Γρηγόρης Ιγγλέσης, που υπηρετούσε στη μονάδα την περίοδο του δυστυχήματος, περιγράφει τις δραματικές συνθήκες της επιχείρησης εντοπισμού, αλλά και το βάρος που συνοδεύει μέχρι σήμερα όσους έζησαν από κοντά την τραγωδία. 
«Ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή. Οι καιρικές συνθήκες ήταν τόσο άσχημες που για τρεις ημέρες πετούσαμε πάνω από την περιοχή χωρίς να μπορούμε να εντοπίσουμε τον τόπο του ατυχήματος», τονίζει ο πτέραρχος, περιγράφοντας την αγωνία και την αβεβαιότητα που επικρατούσαν.
Στο μοιραίο αεροσκάφος επέβαιναν συνολικά 63 άτομα, τα οποία έχασαν όλα τη ζωή τους. Όπως εξηγεί ο πτέραρχος Ιγγλέσης, η έντονη κακοκαιρία και η χαμηλή νέφωση δυσχέραναν καθοριστικά την πτήση, με αποτέλεσμα την συντριβή του μεταγωγικού αεροσκάφους και τον θάνατο των επιβαινόντων, όσο και τις έρευνες. 
«Το αεροπλάνο εντοπίστηκε τελικά μετά από τρεις ημέρες, όταν ελικόπτερο της Πολεμικής Αεροπορίας, με χειριστή τον Γιώργο Καραγιάννη, παρατήρησε τυχαία κάτι διαφορετικό στο σημείο. Έτσι οδηγήθηκαν οι ομάδες διάσωσης στο χώρο του δυστυχήματος», σημειώνει.
Ο απόστρατος πτέραρχος Γρηγόρης Ιγγλέσης έχει επισκεφθεί πολλές φορές το σημείο της συντριβής στο όρος Όθρυς και, όπως λέει, το συναίσθημα δεν αλλάζει με τα χρόνια.
«Κάθε χρόνο γίνεται επιμνημόσυνη δέηση και σχεδόν πάντα βρίσκονται εκεί οι οικογένειες για να τιμήσουν τους ανθρώπους τους που χάθηκαν τόσο άδικα. Είναι ένα μαύρο περιστατικό που δεν ξεχνιέται», καταλήγει.
Το χρονικό της τραγωδίας του C-130 στο Όρος Όθρυς
Ήταν 5 Φεβρουαρίου 1991 όταν το μεταγωγικό αεροσκάφος C-130 της Πολεμικής Αεροπορίας, με αριθμό 748, απογειώθηκε από την Ελευσίνα με τελικό προορισμό την 115 Πτέρυγα Μάχης στα Χανιά της Κρήτης. Στο σχέδιο πτήσης προβλεπόταν ενδιάμεση στάση στην 111 Πτέρυγα Μάχης στη Νέα Αγχίαλο, προκειμένου να παραληφθεί επιπλέον προσωπικό. Στο αεροσκάφος επέβαιναν 63 αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και σμηνίτες της Πολεμικής Αεροπορίας.
Περίπου 20 λεπτά μετά την απογείωση, το στίγμα του αεροσκάφους χάθηκε από τα ραντάρ, χωρίς ο κυβερνήτης, επισμηναγός Μπίνας, να έχει αναφέρει οποιοδήποτε πρόβλημα. Την ίδια ώρα, στην περιοχή επικρατούσαν δυσμενείς καιρικές συνθήκες, με χαμηλή νέφωση και περιορισμένη ορατότητα, γεγονός που οδήγησε το πλήρωμα στη διαδικασία προσγείωσης διά οργάνων.
Αμέσως σήμανε συναγερμός και ξεκίνησε μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις έρευνας που είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι τότε. Στις έρευνες συμμετείχαν οκτώ μαχητικά F-16, δύο C-130, δύο Canadair CL-215, ελικόπτερα Σινούκ, αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας του Πολεμικού Ναυτικού, καθώς και ισχυρές δυνάμεις καταδρομών και πεζοναυτών που «χτένιζαν» την περιοχή κατά μήκος της θεωρητικής πορείας του αεροσκάφους. 
Παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες, για τρεις ολόκληρες ημέρες δεν εντοπίστηκε κανένα ίχνος του C-130. Η πυκνή νέφωση και η κακοκαιρία καθιστούσαν σχεδόν αδύνατο τον εντοπισμό του σημείου πρόσκρουσης. Τελικά, το πρωί της Παρασκευής 8 Φεβρουαρίου 1991, στις 08:40, το αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων έστειλε το σήμα «παύσατε έρευνες», καθώς ελικόπτερο της Πολεμικής Αεροπορίας είχε εντοπίσει τα συντρίμμια στις χιονισμένες πλαγιές της Όθρυος, στην κορυφή Τσατάλι, σε υψόμετρο 1.520 μέτρων.
Ο χειριστής του ελικοπτέρου, αντισμήναρχος Γιώργος Καραγιάννης, είχε περιγράψει αργότερα πως είδε μια εκτεταμένη περιοχή γεμάτη συντρίμμια και σορούς, μήκους περίπου 300 μέτρων. Όπως προέκυψε από τη νεκροψία και τη νεκροτομή, ο θάνατος όλων των επιβαινόντων ήταν ακαριαίος, αποτέλεσμα της σφοδρής πρόσκρουσης του αεροσκάφους στο έδαφος, με το C-130 να έχει χτυπήσει με την «κοιλιά», γεγονός που δείχνει πως ο χειριστής αντιλήφθηκε το εμπόδιο την τελευταία στιγμή και προσπάθησε να το αποφύγει.
Στα χρόνια που ακολούθησαν διατυπώθηκαν σενάρια περί δολιοφθοράς ή ύπαρξης ύποπτου φορτίου, τα οποία διαψεύστηκαν επισήμως από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Για την τραγωδία κατηγορήθηκε τελικά ο αξιωματικός εναέριας κυκλοφορίας της Νέας Αγχιάλου, ο οποίος καταδικάστηκε πρωτοδίκως, αλλά αθωώθηκε ομόφωνα στο Εφετείο.



