Ο Αρχιεπίσκοπος Σινά, Δαμιανός, απαντά στις κατηγορίες που διατυπώθηκαν από ομάδα μοναχών, οι οποίες περιλαμβάνονται σε έγγραφο που ζητά την παύση του από τη θέση του.
Ο Δαμιανός εκφράζει την εμπιστοσύνη του στην ελληνική δικαιοσύνη για την επίλυση της υπόθεσης και δηλώνει ότι οι αποζημιώσεις από τις αγωγές θα δοθούν στη Μονή Σινά.
Οι μοναχοί κατηγορούν τον Αρχιεπίσκοπο για παραβιάσεις κανονισμών, οικονομικές ατασθαλίες και διοικητικές παραβάσεις, ενώ αμφισβητούν τη νομιμότητα της διαδικασίας παύσης του.
Παράλληλα, αναγνωρίζουν την ιστορική του προσφορά, αλλά υποστηρίζουν ότι η συμπεριφορά του έχει αλλάξει, οδηγώντας σε συγκρούσεις με την Αδελφότητα.
Πιο αναλυτικά
Με αφορμή το έγγραφο που δόθηκε στη δημοσιότητα και αναφέρει κατηγορίες από την ομάδα των αντιδρώντων μοναχών ο Αρχιεπίσκοπος Σινά, Δαμιανός δηλώνει ότι τώρα η ελληνική δικαιοσύνη έχει τον λόγο.
Αναλυτικά η δήλωση του Αρχιεπισκόπου Σινά:
«Είναι εξαιρετικά ευχάριστο ότι επιτέλους όλο το παρεκκλησιαστικό κουτσομπολιό και οι αισχρότητες των χαμαιτυπείων ήλθαν στο φως της δημοσιότητας με υπογραφές συγκεκριμένων προσώπων, τα οποία πλέον αναλαμβάνουν την ευθύνη ατομικώς και εγγράφως. Έτσι καθιστούν δυνατό τον δικαστικό έλεγχο όσων αναφέρουν.
Σύντομα η ελληνική ποινική και αστική δικαιοσύνη θα κληθεί να αποφανθεί για όλα όσα, ψευδή, αήθη και συκοφαντικά αναφέρονται στο αισχρό «υπόμνημα». Φυσικά όλες οι αποζημιώσεις, που θα προκύψουν από τις αγωγές, θα δωρηθούν στην Ιερά Μονή Σινά.
Ζητώ ταπεινά συγγνώμη για τον σκανδαλισμό που προκαλείται στον πιστό λαό και προσεύχομαι στον Θεό να τους συγχωρήσει για την ανυπολόγιστη ζημιά που έκαναν και κάνουν στην Ιερά Μονή και στην εθνική προσπάθεια για τη διασφάλιση του καθεστώτος και του μέλλοντος της».
Τι καταγγέλλουν οι αντιδρώντες μοναχοί
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα orthodoxia.info, σε ένα έγγραφο με την ένδειξη «απόρρητο» και «άκρως εμπιστευτικό» και τίτλο «Μνημόνιον παύσεως του αρχιεπισκόπου Σιναίου Δαμιανού εκ της θέσεως του ηγουμένου της Μονής του Όρους Σινά και αρχιεπισκόπου Σινά, Φαράν και Ραϊθώ» τα μέλη της αδελφότητας που αποφάσισαν «πραξικοπηματικά» κατά τον Ηγούμενο Δαμιανό την παύση του αναλύουν το πλήρες σκεπτικό πίσω από τις ενέργειες τους ενώ καταθέτουν τις απόψεις τους για το πως οι ίδιοι τον βλέπουν σήμερα.
Στην καρδιά του απορρήτου υπομνήματος βρίσκεται ένα κατηγορητήριο που ξεδιπλώνεται σε δεκάδες σελίδες και περιγράφει με λεπτομέρειες γιατί, κατά τους μοναχούς, ο Αρχιεπίσκοπος Δαμιανός δεν μπορούσε πλέον να παραμείνει στη θέση του. Το κείμενο συγκεντρώνει κανονικές, ηθικές και διοικητικές αιτιάσεις, οι οποίες, όπως αναφέρουν, «συνθέτουν την εικόνα μιας συστηματικής παραβίασης των Θεμελιωδών Κανονισμών».
Οι μοναχοί ξεκινούν από την προώθηση του νόμου 5224/2025 στην ελληνική Βουλή. Κατά την περιγραφή τους, ο Αρχιεπίσκοπος βρέθηκε ο ίδιος στην Αθήνα, υποστηρίζοντας ρύθμιση που εισήγαγε νέο Καταστατικό Κανονισμό Λειτουργίας της Μονής. Το έγγραφο χαρακτηρίζει την ενέργεια «απρόβλεπτη και αδιανόητη» και κάνει λόγο για «εσχάτη προδοσία», αφού, όπως υποστηρίζουν, δεν είχε λάβει ποτέ έγκριση από την Αδελφότητα ούτε είχε παρουσιαστεί σε δημόσια διαβούλευση.
Ακολουθεί η κατηγορία της συστηματικής απουσίας. Το υπόμνημα υπολογίζει ότι τα τελευταία χρόνια ο Δαμιανός περνούσε μόλις δύο ή τρεις μήνες το χρόνο στο Σινά, και μάλιστα όχι εντός του Μοναστηριού αλλά σε τουριστικά καταλύματα. Τονίζουν ότι απουσίαζε ακόμη και από κορυφαίες εορτές, όπως το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίστηκε μόνο για λίγες ώρες και αποχώρησε αμέσως.
Ιδιαίτερη θέση έχει η αναφορά στη συγκατοίκηση με την κ. Α.Κ. Οι μοναχοί επικαλούνται τον Γ΄ Κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και σημειώνουν ότι η παρουσία της εξελίχθηκε σε άμεση ανάμιξη στη διοίκηση: πρόσβαση σε αρχεία, αλληλογραφία, ακόμη και στα πρακτικά της Ιεράς Συνάξεως. Στο κείμενο γίνεται λόγος για «υποκατάσταση του ίδιου του Αρχιεπισκόπου».
Στο οικονομικό πεδίο, το κατηγορητήριο είναι εξίσου αιχμηρό. Οι μοναχοί αναφέρονται σε πωλήσεις ακινήτων χωρίς απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, σε «αδιαφανή διαχείριση» εσόδων και σε σημαντική απόκλιση ανάμεσα στα εισοδήματα και στα χρήματα που έφταναν τελικά στη Μονή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν, από έσοδα άνω των 530.000 ευρώ, στη Μονή διατέθηκαν μόλις 60.000, ενώ οι προσωπικές δαπάνες του Αρχιεπισκόπου ξεπέρασαν τις 62.000.
Σημαντικό μέρος καταλαμβάνει και η υπόθεση των παλιμψήστων χειρογράφων. Το υπόμνημα καταγγέλλει ότι παραχωρήθηκαν δικαιώματα ψηφιοποίησης σε ξένο πανεπιστήμιο χωρίς την έγκριση της Αδελφότητας, με εμπλοκή μάλιστα μελών της οικογένειας της κ. Α.Κ. Η υπόθεση, όπως σημειώνεται, έφθασε μέχρι τις αιγυπτιακές αρχές, οι οποίες κατέσχεσαν υλικό σε έλεγχο στο αεροδρόμιο του Καΐρου.
Τέλος, το κείμενο καταγράφει σειρά διοικητικών παραβάσεων: απόπειρες αποπομπής μοναχών χωρίς αιτία, εγγραφή νέων μελών χωρίς τις προβλεπόμενες διαδικασίες, ακόμη και αναφορά σε πλαστογράφηση υπογραφής μέλους της Ιεράς Συνάξεως.
Συνολικά, το κατηγορητήριο σκιαγραφεί την εικόνα ενός ηγουμένου που –σύμφωνα με την Αδελφότητα– δεν ακολούθησε τους κανόνες που ο ίδιος υπέγραψε με την εκλογή του, αλλά αντίθετα τους παρέκαμψε σε καίρια ζητήματα διοίκησης, οικονομικής διαχείρισης και πνευματικής ζωής.
Η προσωπικότητα του Δαμιανού
Στο ίδιο κείμενο περιγράφεται και η προσωπικότητα του Αρχιεπισκόπου. Η Αδελφότητα αναγνωρίζει ότι ο Αρχιεπίσκοπος, Δαμιανός υπήρξε για δεκαετίες πρόσωπο με απλότητα και πραότητα, αγαπητό στον λαό, και ότι σήκωσε από νεαρή ηλικία το βάρος της ηγουμενίας σε έναν από τους πιο ιστορικούς μοναστικούς τόπους της Ορθοδοξίας.
Ωστόσο, όπως αναφέρεται, τα στοιχεία αυτά σταδιακά επισκιάστηκαν από την απομάκρυνσή του από την Αδελφότητα, την επιρροή τρίτων προσώπων και την αδυναμία του να λειτουργήσει συλλογικά με τα θεσμικά όργανα της Μονής. Οι μοναχοί κάνουν λόγο για «μεταστροφή» του χαρακτήρα του, η οποία, κατά την περιγραφή τους, οδήγησε σε αλλεπάλληλες συγκρούσεις.
Το ζήτημα της νομιμότητας
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στο υπόμνημα στη νομιμότητα της διαδικασίας παύσης. Ο Αρχιεπίσκοπος υποστήριξε ότι η Γενική Συνέλευση δεν είχε δικαίωμα να συγκληθεί χωρίς τη δική του έγκριση. Οι μοναχοί επικαλούνται το άρθρο 10 των Θεμελιωδών Κανονισμών, όπου προβλέπεται ότι η Συνέλευση μπορεί να συγκληθεί είτε από τον Αρχιεπίσκοπο με την Ιερά Σύναξη είτε από τα δύο τρίτα της Αδελφότητας.
Το σημείο που αποτέλεσε πεδίο αντιπαράθεσης είναι ο αριθμός των κανονικών μελών. Ο Αρχιεπίσκοπος υποστήριξε ότι τα μέλη ήταν 26, καθώς είχαν εγγραφεί τρεις νέοι μοναχοί. Οι μοναχοί από την πλευρά τους θεωρούν ότι οι εγγραφές αυτές έγιναν από μη έγκυρη Σύναξη και κατά συνέπεια τα κανονικά μέλη ήταν 23. Από αυτούς, 16 υπέγραψαν τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης, ποσοστό που υπερβαίνει τα δύο τρίτα.
Στο έγγραφο αναλύονται και διαφορετικά σενάρια υπολογισμού, με τον αριθμό των μελών να κυμαίνεται μεταξύ 23 και 25. Σε όλες τις περιπτώσεις, σημειώνουν οι μοναχοί, το όριο των δύο τρίτων καλύπτεται.
Σύμφωνα με τις υπογραφές, το έγγραφο συντάχθηκε στις 19 Αυγούστου (6 με το παλαιό ημερολόγιο που ακολουθεί η Μονή Σινά) και συντάχθηκε από τον ιερομόναχο Νηφωνα και τους μοναχούς Ησύχιο και Σωφρόνιο που σήμερα βρίσκονται ανάμεσα σε αυτούς που εκδίωξε ο ηγούμενος από τη Μονή.
Συνοπτικά
- Ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Δαμιανός εκφράζει εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη για την επίλυση των κατηγοριών εναντίον του.
- Οι μοναχοί κατηγορούν τον Δαμιανό για κανονιστικές και οικονομικές παραβάσεις, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της διαδικασίας παύσης του.
- Η Αδελφότητα αναγνωρίζει την ιστορική προσφορά του Δαμιανού, αλλά αναφέρει ότι η συμπεριφορά του έχει αλλάξει, προκαλώντας συγκρούσεις.
- Οι μοναχοί θέτουν ζήτημα νομιμότητας για τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης, επικαλούμενοι θεμελιώδεις κανονισμούς.